Thursday, January 31, 2008

Wednesday, January 30, 2008

το μοναδικό σάλιο στα μαλλιά της Αφροδίτης


( μιλάει άντρας)
Λες πως ζηλεύω τρελά;
Πως αυτό δεν είναι τίποτα,
πως κάποιο μόνο επιπόλαιο χάδι;
Φίλημα που σβήνει
ακόμα πριν αστράψει;
Πρέπει λοιπον να σου πω κάτι που δεν ξέρεις:
Ένα και μόνο σάλιο στα μαλλιά της Αφροδίτης
μεταμορφώνει αυτό το άγαλμα της θεάς
σε απλό κομμάτι βάθρου
που στηρίζει αυτό το σάλιο.
Mίλαν Κούντερα
μονόλογοι

Tuesday, January 29, 2008

η δολοφονία του Τζέσε Τζέιμς από τον δειλό Ρόμπερτ Φόρντ

Τ.Τ.
Σεπτέμβρης 1881
Έβαλα το αυτί μου στην ράγα του τραίνου. Το μέταλο έκαιγε. Το τραίνο πλησίαζε. Οι κουκουλοφόροι δικοί μου, τα υπάρχοντα των επιβατών επίσης. Τους πήρα μέχρι και τα βρακιά τους. Με φοβούνται, μ αρέσει να με φοβούνται. Το καλλιεργώ με κάθε τρόπο, με κάθε μέσον. Σκορπώ τον τρόμο. Στην θέα μου κατεβάζουν το κεφάλι. Άλλοι με θαυμάζουν, με κοιτάζουν με δέος. Είμαι ελεύθερος. Εγώ είμαι ελεύθερος κι αυτοί είναι δικοί μου. Ότι ζητήσω είναι στα πόδια μου, αρκεί να το θελήσω. Τους πιέζω, μ αρέσει να τους πιέζω, θέλω να γνωρίζουν καλά πως η αποστολή τους είναι να δουλεύουν γιά μένα, να με υπηρετούν. Κι η αμοιβή τους το ότι βρίσκονται δίπλα μου.
Ρ.Φ.
Από παιδί διάβαζα όποιο άρθρο εφημερίδας αφορούσε τον Τ.Τ. Θαύμαζα τα κατορθώματα του, τον τρόπο που χειριζόταν το όπλο, στεκόμουν με δέος μπροστά στην τόλμη και το θράσος του. Έκρυβα τα αποκόματα σε ένα μεγάλο κουτί μαζί με άλλα προσωπικά μου είδη και το έκρυβα καλά.
Ώσπου μιά μέρα τον συνάντησα. Από κοντά έδειχνε πιό ατρόμητος πιό θαραλέος. Αδίστακτος. Με πήρε στην ομάδα. Από την πρώτη στιγμή ήθελα να γίνω σαν εκείνον. Αντέγραφα τον τρόπο που μιλούσε, τον τρόπο που σκεφτόταν. Όλοι με θεωρούσαν χαζό μα δεν ήμουν. Πολύ συναισθηματικός ναι, χαζός όχι.
Τ.Τ.
Μ έχουν επικηρύξει και το ποσό είναι πολύ μεγάλο. Αρχίζω και φοβάμαι. Πιό πολύ τους δικούς μου, αυτούς που δουλεύουν γιά μένα. Δε λέω πως δεν τους εμπιστεύομαι, μα ξέρω πως τους πιέζω. Μερικοί αρχίζουν ήδη να μου τα μασάνε. Θα πρέπει να τους βγάλω από την μέση. Ίσως πρέπει να κάνω την αρχή τώρα..
Ρ.Φ.
Τον έχει πάρει η κάτω βόλτα. Φοβάται, ο ατρόμητος Τ.Τ. φοβάται. Έχει ήδη σκοτώσει τον Χ. και πιστεύω πως σύντομα θα έρθει κι η σειρά μας. Δεν μας αφήνει πιά να κινηθούμε μόνοι μας. Όλοι και όλα περνούν κάτω από το άγρυπνο βλέμμα του. Έχει μία όμορφη γυναίκα, κι ακόμη πόσες άλλες. Δεν του αξίζει. Πόσο θα ήθελα να ήμουν στη θ'εση του.
Όμως το βλέμμα του έχει αλλάξει, το ίδιο και οι σκέψεις του. Μαντεύω τι και πως. Μα θα φανώ εξυπνότερος. Θα τον κτυπήσω πριν προλάβει αυτός, θα είμαι Εγώ που θα παραδώσω νεκρό τον Τ.Τ. στον σερίφη..

Sunday, January 27, 2008

my blueberry nights (οι νύχτες μου μακριά σου)

Εκείνος
Aναγνώριζα τους πελάτες, όχι με το όνομα ή την μορφή τους, αλλά από τα πιάτα που τους σέρβιρα. Στήθος κοτόπουλου ή γαλοπούλας, με πουρέ, ντομάτα, κρεμμύδι ή χωρίς, τσίλι ή πίκλες. Κάθε παραγγελία έκρυβε πίσω της κάποιον ερωτομανή, ανέραστο, τσιγγούνη, μοναχικό ή απελπισμένο.
Κάθε ξημέρωμα, σκούπιζε της νύχτας στόματα πεινασμένα κι αχόρταγα.
Μιά τέτοια στιγμή ήταν που φεύγοντας ο τελευταίος πελάτης, εμφανίστηκες εσύ.
Καθάριζα το μωσαικό από τις πατημασιές και τα ψίχουλα, και τις δαχτυλιές από τα διάφανα τζάμια που φανέρωναν γλυκά και παγωτά, ό,τι είχε απομείνει από την προηγουμένη.
Κάθισες απαλά στά δάχτυλα μου σαν πεταλούδα. Με φτερά τσακισμένα.
Έδειχνες τόσο μόνη κι αβοήθητη, που ήθελα να σ ακουμπήσω, να νοιώσω το δέρμα σου, μα φοβήθηκα μη σε πονέσω περισσότερο. Σου έδωσα όσο περισσότερη στοργή και τρυφερότητα διέθετα. Ήξερα πως οτιδήποτε περισσότερο, θα ήταν μάταιο. Λάθος timing.
Πόνεσες πολύ, κι έπρεπε να ανακτήσεις την εμπιστοσύνη σου στους ανθρώπους. Να διαπιστώσεις πως ίσως να υπάρχει κάποιος που θα σε κρύψει ανάμεσα στα χέρια του διπλωμένα κουφωτά, δίχως να έχει διάθεση να σε πληγώσει.
Ερχόσουν κάθε βράδυ, όχι γιά να συναντήσεις εμένα αλλά τον άνθρωπο που αγαπούσες, που μέχρι εχθές είσασταν μαζί. Οχι δεν ξαναπέρασε από εδώ, ούτε μόνος ούτε με την 'άλλη'.
Ήρθε η ώρα να μάθεις πως η αγάπη δεν κρατάει πολύ. Κι οι σχέσεις είναι αυτό που ονειρευόμαστε πως θα θέλαμε κι όχι αυτό που πραγματικά παίρνουμε. Ξημερώματα μου ζητούσες πάντα ένα πιάτο με blueberry pie και δίπλα μία μπάλα παγωτό βανίλια. Σου σέρβιρα διπλή δόση κι ας μη στο είχα πει ποτέ. Ήσουν ήρεμη καθώς βυθιζόσουν με βουλιμία στην γλύκα της ζάχαρης. Το πάθος ξεχνιέται μ ένα άλλο πάθος! Γελούσαμε μα διέκρινα τις σκιές στα μάτια σου.
Άφηνες στην άκρη των χειλιών σου στάλες παγωτού κι εγώ ήθελα να γλύψω τα χείλια σου, δεν με κατάλαβες, κουρασμένη είχες παραδοθεί στην αγκαλιά του μορφέα.
Ήταν ό,τι πιό όμορφο είχα από σένα, γιά μέρες μετά, όταν ήδη είχες φύγει με προορισμό το παντού και το πουθενά, θέλοντας να ξεπεράσεις ένα άσχημο τέλος. Γιά σένα ήταν μία αλλαγή!
Εκείνη
Δεν ήταν μόνο που δεν ήθελες να με ξαναδείς, ήταν που μου το είπες από το τηλέφωνο. Δεν είχες τη τόλμη ούτε να με κοιτάξεις στα μάτια. Σε ρώτησα γιατί; Δεν απάντησες. Το ίδιο βράδυ, ήρθα κάτω από το παράθυρο σου. Ήταν φωτισμένο, ήξερα τι κάνεις την κάθε στιγμή. Ένα θέατρο σκιών έπαιζες με άλλο παιχνιδάκι. Γύρισα στο πλάι κι έκλαψα γιά ώρες. Αυτό που με πόνεσε περισσότερο, ήταν που άργησα να σε βγάλω από μέσα μου.
Υπέφερα στο τέλος κάθε νύχτας περιμένοντας να σας δω έστω και μαζί. Μάταια. Καθόμουν σ ένα τραπέζι και μιλούσα σ εκείνο το αγόρι που μου σέρβιρε γενναίες δόσεις blueberry pie με μπάλες παγωτό βανίλια.Στην αρχή μας χώριζε μιά μεταλική μπάρα, έπειτα μας χώριζε μόνο η σκέψη σου. Κουρασμένη από την αναζήτηση και την προσμονή, παραδινόμουν στην αγκαλιά του μορφέα. Ονειρευόμουν πως με φιλούσες με χείλια λερωμένα με παγωτό.
Έφυγα. Έπρεπε να βρω τον εαυτό μου, να δεχτώ και να ξεπεράσω τα γεγονότα. Βρήκα δουλειά στο πρώτο φαστφουντάδικο που με άφησε το λεωφορείο. Αφέθηκα, ρίσκαρα,
γνώρισα, έζησα μα κυρίως δέχτηκα μέσα μου την αλλαγή. Συνάντησα ανθρώπους με σημαντικότερα προβλήματα από τα δικά μου. Με αληθινά πάθη. Και ίσως μη αναστρέψιμα. 'Αλλωστε τα προσωπικά πάθη, ξεπερνιούνται με το συναίσθημα της προσφοράς.
Και κάθε βράδυ, του έγραφα γράμματα με μυρωδιά βανίλιας , στο βαθύ κόκκινο των μούρων. Γράμματα δίχως διεύθυνση αποστολέα. Μόνο το όνομα μου..
Από την μιά άδειαζα από εσένα και από την άλλη γέμιζα με την σκέψη του.
Ένα βράδυ, θέλησα να ξανασυναντήσω το βλέμμα του. Λίγο πριν, πέρασα κάτω από το παράθυρο σου. Το διαμέρισμα ήταν σκοτεινό και άδειο και στα τζάμια φιγουράριζε ένα χάρτινο 'Ενοικιάζεται'.
Αυτός ήταν εκεί και με περίμενε. Δέχτηκα την τρυφερότητα του, δόθηκα στα φιλιά του. Ήξερα πιά πως αυτή που τον κρατούσε όλη την νύχτα στην αγκαλιά της, ήμουν Εγώ!

υ.γ. μετά την ταινία, ήθελα απελπισμένα γλυκό.
Προσπεράσαμε τον Χατζή, αλλά σκοντάψαμε σε μία σκάφη προφιτερόλ λουσμένο με λευκή κρέμα σοκολάτας από το ble΄. Μιαμμμμ...

Wednesday, January 23, 2008

μιά Τετάρτη


Επιστρέφω με τον αβέβαιο βηματισμό του πουλιού. Τραβάω ως επάνω το φερμουάρ του μπουφάν μου και σκέφτομαι το κασκόλ που είναι κρυμμένο στο βάθος της τσάντας μου. Η γριά κυρία που πριν δύο χρόνια μου είχε ζητήσει με νεύματα να τη βοηθήσω στα ψώνια, είναι από καιρό σε αναπηρικό καροτσάκι. Είχα μεταφέρει, τότε, τις γεμάτες τσάντες της ως το χώρο του ασανσέρ, μιάς άγνωστης πολυκατοικίας και κοίταγα αριστερά και δεξιά, με το φόβο πως κάποιος θα χρησιμοποιήσει το νεφρό μου γιά δείπνο. Όχι, η γριά κυρία ήταν ειλικρινής κι έχει ακόμη εκείνο το βλέμμα που λέει, δεν έχω την ανάγκη κανενός σας.
Εχθές ακριβοπλήρωσα την κινηματογραφική προβολή μιάς επίπεδης ταινίας 12,5 ολόκληρα ευρώ. Με αλμυρά ποπ κορν στα χείλη. Με υποσχέσεις και γέλια που προσωπικά δεν επεδίωξα. Νοιώθω πως υποτιμούν την νοημοσύνη μου. Άλλωστε έχω κάθε κάθε δικαίωμα να λέω πως αυτή την εβδομάδα δεν είμαι καλά, δεν έχω;
Τελευταία φορά που έκλαψα, ήταν όταν εκείνος ο γιατρός μου είπε πως θα έπαιρνα γιά όλη την υπόλοιπη ζωή μου αυτό το χάπι γιά τον θυρεοειδή. Ούρλιαζα πανικόβλητη και κανείς δεν καταλάβαινε τι έλεγα. Είναι κληρονομικό μου είχαν πει. Νομίζω πως αυτό που με είχε πειράξει τόσο πολύ ήταν η συνειδητοποίηση του πόσο ίδια, σχεδόν καρμπόν, ήταν η ζωή μου με της μάνας μου. Ναι αυτό ήταν.. ό,τι μισούσα χρόνια σ αυτήν τώρα πιά το είχα κι εγώ!
Η βροχή με βρήκε με μιά αγκαλιά ασπρόρουχα. Αλήθεια, που κρύβονται όταν βρέχει οι πεταλούδες;
Πίνω γαλλικό, παραγγέλνω κρύσταλλα, βάφω κουτιά, παιδεύομαι με ένα ζευγάρι κόκκινα παπούτσια και δεν έχω διάθεση, αυτό κι αν είναι μία αλήθεια, δεν έχω καθόλου διάθεση.. κι αυτό το βιβλίο του Κρισναμούρτη δεν το ξεκίνησα ακόμη.. γιά το ξύπνημα της νοημοσύνης λέω.. τι λέει; είναι καλό;

Monday, January 21, 2008

άδειο κουτί


Κοιτάω το άδειο κουτί. Μόνο ένα ουρλιαχτό που θέλει με αγωνία να ξεκολλήσει από τα μέσα μου. Ξυπνάω, κοιμάμαι, ξυπνάω, κοιμάμαι και νοιώθω πως μένω άπραγη. Δε θέλω τίποτα.
Λένε πως μονάχα η τέχνη και ο έρωτας ξορκίζουν τον θάνατο. Εγώ δημιουργώ και βυθίζομαι. Χάνομαι στην ικανοποίηση μου. Μηδενίζομαι, πεθαίνω..
Ο έρωτας πάλι θέλει τα χάδια του. Προχθές σε ρώτησα γιατί; γιατί; Είμαι ανασφαλής μου απάντησες με ψυχή υγρή αλλά σκληρή σαν πέτρα.
Θέλω να ξαναγίνω παιδί. Σαν εκείνη τη μέρα που μ έπαιρνε ο άνεμος βαθιά στη θάλασσα, πούπουλο, ένα σωσίβιο κι εγώ. Κι εσύ από απέναντι να μου φωνάζεις, γύρνα, γύρνα πίσω. Δεν θέλω να γυρίσω πίσω πως να σου το πω. Κι από την άλλη που να πάω.. την φοβάμαι την μοναξιά.
Αγκάλιασε με μόνο, όπως το νησί που θα πάμε το καλοκαίρι, την θάλασσα. Αυτό μόνο.
Κι όπως την θάλασσα ο ουρανός, παρέα με τα πουλιά. Μπορείς; Πες μου το ναι..δώσε μου μία υπόσχεση τώρα, να ησυχάσω, και ας μην το κάνεις ποτέ. Πάλι εγώ εδώ θα είμαι.
Μιά κραυγή.. είναι ανάγκη σου λέω!!

Sunday, January 20, 2008

κομμάτια ποίησης

Eίχα προσκλησούλα από τον αγαπημένο μου http://lock-heart.blogspot.com/ να αναφέρω κομμάτια ποίησης που έχω αγαπήσει..
1) Το Μονόγραμμα του Ελύτη
Ετσι μιλω για σενα και για μενα
Επειδη σ αγαπω και στην αγαπη ξερω
Να μπαινω σαν Πανσεληνος
Απο παντου,για το μικρο το ποδι σου μες στ αχανη σεντονια
Να μαδαω γιασεμια-κι εχω τη δυναμη
Αποκοιμισμενη,να φυσω να σε πηγαινω
Μεσ απο φεγγερα περασματα και κρυφες της θαλασσαςστοες
Υπνωτισμενα δεντρα με αραχνες που ασημιζουνε
Ακουστα σ εχουν τα κυματα
Πως χαιδευεις,πως φιλας
Πως λες ψιθυριστα το 'τι' και το 'ε'
Τριγυρω στο λαιμο στον ορμο
Παντα εμεις το φως κι η σκια
Παντα εσυ τ αστερακι και παντα εγω το σκοτεινοπλεουμενο
Παντα εσυ το λιμανι κι εγω το φαναρι το δεξια
Το βρεμενο μουραγιο και η λαμψη επανω στα κουπια
Ψηλα στο σπιτι με τις κληματιδες
Τα δετα τριανταφυλλα,το νερο που κρυωνει
Παντα εσυ το πετρινο αγαλμα και παντα εγω η σκιαπου μεγαλωνει
Το γερτο παντζουρι εσυ,ο αεραςπου το ανοιγει εγω
Επειδη σ αγαπω και σ αγαπω
Παντα εσυ το νομισμα κι εγω η λατρεια που το εξαργυρωνει:
Τοσο η νυχτα,τοσο η βοη στον ανεμο
Τοσο η σταλα στον αερα,τοσο η σιγαλια
Τριγυρω η θαλασσα η δεσποτικη
Καμαρα τ ουρανου με τ αστρα
Τοσο η ελαχιστη σου αναπνοη
Που πια δεν εχω τιποτε αλλο
Μες στους τεσσερις τιχους,το ταβανι,το πατωμα
Να φωναζω απο σενα και να με χτυπα η φωνη μου
Να μυριζω απο σενα και ν αγριευουν οι ανθρωποι
Επειδη το αδοκιμαστο και το απ αλλου φερμενο
Δεν τ αντεχουν οι ανθρωποι κι ειναι νωρις, μ ακους
Ειναι νωρις ακομη μες στον κοσμο αυτον αγαπη μου
Να μιλω για σενα και για μενα.
έτσι ακριβώς όπως το είχα γράψει σαν πρώτο ποστ σ αυτό το μπλογκ http://metofeggariagalia.blogspot.com/2006/10/blog-post_10.html !

2) από τους μονόλογους του Κούντερα
.................................................Πως να σε θέλω
που όλο απάθεια σωπαίνεις.Μη μ΄αγγίζεις, δε σε θέλω!
Αν έλεγες τουλάχιστο και μόνο μία λεξούλα!
Αν έλεγες τουλάχιστο ένα γλυκό ψέμα!
Μίλα! Θα σε πιστέψω! Τα πάντα θα ανεχτώ!
Θα ακολουθήσω τα ψέμματα σου σαν υπνοβάτισσαπάνω στη μαρκίζα!
Μ΄αγαπάς; Πες μου! Απάντησε!
Θα επεκταθώ μπροστά σου σαν λιβάδι!
Θα σε καταπιώ μέσα μου όπως το δάσος το σκαθάρι!
Μόνο μίλα,λέγε μου ψέμματα,απάντησε!
......Αλλά εσύ μόνο κοιτάς.Γιά πολύκαι αδιάφορα.

που επίσης είχα αναφέρει εδώhttp://metofeggariagalia.blogspot.com/2007/12/blog-post_18.html

3) η μισή ώρα του Καβάφη

Μήτε σε απέκτησα, μήτε θα σε αποκτήσω
ποτέ, θαρρώ. Μερικά λόγια, ένα πλησίασμα
όπως στο μπαρ προχθές,και τίποτε άλλο.
Είναι, δεν λέγω, λύπη. Αλλά εμείς της Τέχνης
κάποτε μ' έντασι του νου, και βέβαια μόνο
για λίγην ώρα, δημιουργούμεν ηδονή
οποία σχεδόν σαν υλική φαντάζει.
Έτσι στο μπαρ προχθές -βοηθώντας κιόλας
πολύ ο ευσπλαχνικός αλκολισμός
-είχα μισή ώρα τέλεια ερωτική.
Και το κατάλαβες με φαίνεται,
κ' έμεινες κάτι περισσότερον επίτηδες.
Ήταν πολλή ανάγκη αυτό. Γιατί
μ' όλην την φαντασία, και με το μάγο οινόπνευμα,
χρειάζονταν να βλέπω και τα χείλη σου,
χρειάζονταν νάναι το σώμα σου κοντά.

που γράφτηκε σε κάποια σχόλια εδώ https://www.blogger.com/comment.g?blogID=35686819&postID=1892602552941885017
κι ένα στίχο του έγραψα κάτω από τον τίτλο του μπλογκ μου!

Thursday, January 17, 2008

ένα ταξίδι

O χρόνος είναι σχετικός, ακόμη και υποκειμενικός, παρ όλα αυτά ρέει αδιάκοπα. Δεν θα με ενδιέφερε ποτέ ένα ταξίδι στο παρελθόν, αλλά θα πλήρωνα με την ζωή μου ένα ταξίδι στο μέλλον.
Θεσσαλονίκη. Λιμάνι η ώρα οκτώ το πρωί κι οι δείκτες να τρέχουν. Καλοκαίρι σαν ώριμο στάχυ κομμένο κι αποξηραμένο θαρρείς γιά το φυτολόγιο.
Σου είπα πως φεύγω; Φορές και φορές αν ψάξεις, μα τώρα είναι η πιό αληθινή!
Θα ταξιδέψω σ εκείνο το ειδικό κομμάτι του χρόνου που ονομάζεται μέλλον.
Βρήκα καράβι στο είπα; Δίχως εισιτήρια κι υποχρεώσεις, μόνο προορισμός. Κι ένα σύννεφο γλάροι να ακολουθούν. Να τρελλαίνονται από ουρανό σε θάλασσα και πάλι σε ουρανό. Να φλερτάρουν με τα σκοινιά, να κακιώνουν με την άγκυρα, να κτυπούν με δύναμη τα φτερά τους στο σκουριασμένο σκαρί. Να κόβω χοντρές μπούκες ψωμιού και να τις βουτώ σε χρωματιστά αλμυρόνερα.
Μία φίλη ζητούσε να με δει στο κινητό. Ραντεβού στον Τερκενλή. Αν αργήσεις μου είπε θα μπουκάρω και θα φάω όλα τα τσουρέκια.. γέλασα πολύ! Τι όμορφο να έχεις φίλους που να ζητούν να σε δουν. Όμως γιά σένα είμαι καθημερινή και δεδομένη!
Όσο έλειπες άνοιξα και γέμισα τις βαλίτσες ως επάνω, μία μεγάλη και μία μικρή, με όλα αυτά που χρόνια και χρόνια έκανες πως δεν καταλάβαινες. Μαζί έβαλα και τις δύο τελευταίες ταινίες που είδαμε αγκαλιά. Πότε να ήταν άραγε;
Παρελθόν γιά μένα τέλος. Δεν υπάρχω πιά. Άλλωστε μιά άλλη ήταν που σε διεκδίκησε πριν πολλά χρόνια.
Σου είπα πως θα φύγω ένα πρωινό που ο αυγερινός θα αχνοφαίνεται ακόμη εκεί ψηλά.
Σήμερα λάμπει κι ας τον κρύβει το φως, λάμπει και παίζει τρίλιζα με το φεγγάρι!

ο πίνακας μου
http://wwwkokkinofilistostoma.blogspot.com/

Wednesday, January 16, 2008

σ ένα δωμάτιο


Όταν σου βάζουν με το έτσι θέλω κάτω από την μύτη μία φωτογραφία με μία γυναίκα ημίγυμνη και ένα ζευγάρι χέρια να χαιδεύουν το κορμί της,και σε υποχρεώνουν να γράψεις κάτι σχετικό..γράφεις αυτό:
Εκείνη λικνιζόταν πλάι στο παράθυρο.
Ο πόθος στρογγύλευε τις γωνίες του κορμιού της,το φως τρύπωνε στις πτυχές από το δαντελένιο φανελάκι.Τον κάλεσε με μάτια μισόκλειστα γεμάτα λαγνεία.
Εκείνος την πλησίασε,πουκάμισο ξεκούμπωτο στο στέρνο,μανίκια διπλωτά δυό και τρεις φορές,πέρασε με την ανάστροφη της παλάμης του τους λοβούς των αυτιών της.Λόγια,λογάκια ψιθυριστά χάιδευαν τον λαιμό της.Το δέρμα της λεπτό και διάφανο,παραδόθηκε στην υγρασία της γλώσσας του.Θάλασσα το σώμα της, άγκυρες τα φιλιά του.
Εκείνη ψαχούλεψε,πίεσε με δύναμη κουμπιά,κουμπότρυπες,ξεθηλύκωσε το λευκό ριγέ πουκάμισο.Ζυμωτό ψωμάκι,δέρμα και μυρωδιά μαζί.Η γλώσσα της διψούσε από λαχτάρα,ο λαιμός της είχε στεγνώσει.Ψιθύριζε τα μισά και τα άλλα μισά μέσα της στροβίλιζαν.Ιδρώτας στα μάγουλά της,στα μάτια της που έκαιγαν.
Εκείνος ανέπνεε την ανάσα της έτσι όπως έβγαινε σαν κλάμα από μέσα της.Κάλτσες,πατούσες, κι ακροδάχτυλα, ζυμαράκια τόσα δα στο στόμα του.Τις τράβηξε απαλά.. κι έπειτα με δύναμη...
Ξύπνησε μούσκεμα στον ιδρώτα σ ένα δωμάτιο λουσμένο στον ήλιο..

Monday, January 14, 2008

το τηλεφώνημα


Ήταν ένα πρωινό βουτηγμένο στην τρυφεράδα, την γλύκα και σε μία άφθονη, πυκνή βροχή!
Λασπουριά η άσφαλτος. Σκόρπια φύλλα φανέρωναν τα σημάδια του δρόμου.
Κατάπινε αχόρταγη μουσικά κομμάτια του ραδιοφώνου, μαζί με μικρές μπουκιές καφέ, βελονίτσες λεπτές οι στίχοι τρυπούσαν και φύτρωναν παπαρούνες στις φλέβες της.
Στο δωμάτιο, σύννεφα τεχνητού θερμού αέρα. Τρεις τοίχοι και μιά σκονισμένη βιτρίνα.
Πλέκει με τα χέρια κρύσταλα σε ίνες χρυσού και στέλνει τις σκέψεις 5οο χλμ. και κάτι μακριά.
Χαλί το λευκό χαρτί, απλωμένοι επάνω αριθμοί επτά και τρεις ο κωδικός την πόλης.
Ζυγίζει τους δείκτες του ρολογιού, σηκώνει το ακουστικό, ττρρρ... ττρρρ.. τ.τρρρρ.. ζυμαράκι τα δάχτυλα στις τρυπούλες του καντράν, αριθμοί και νύχια φρεσκοβαμμένα ένα με το μαύρο γυαλιστερό πλαστικό.
Άκουσε τον εαυτό της να συλλαβίζει το επώνυμο του και το άγνωστο να επιβεβαιώνει την παρουσία του στην άλλη γραμμή, ακριβώς μετά από έναν ολόκληρο χρόνο και τρεις γεμάτους μήνες!
Έκπληξη δεν ήταν.. το αναμενόμενο, παιδεύτηκε να βρει την κατάλληλη λέξη.. συγκίνηση ήταν.. μιά απρόσμενη ψυχική διέγερση με ψίγματα χαράς κρυμμένα πίσω από μία στιφή αμηχανία.
Είπαμε.. εμείς οι εραστές της τέχνης..

Sunday, January 13, 2008

θεατρίνα


Στην σκηνή, δεν έπαιζε απλά έναν ρόλο γεννιόταν και ξαναγεννιόταν το σώμα της μέσα από το σανίδι! Στο χειροκρότημα άδειαζαν νερό τα μέσα της και πότιζαν μιά αίθουσα διψασμένες ψυχές! Στα καμαρίνια έριχνε στρώματα από εσάρπες πάνω της,να αντιμετωπίσει το ρίγος από τον πυρετό της ικανοποίησης. Μια ανθρώπινη ουρά εκλιπαρούσε γιά ένα αυτόγραφο, ανάμεσα σε πελώριες ανθοδέσμες και δώρα φερμένα από φανατικούς θαυμαστές!


Επέστρεψε νωρίς στο σπίτι.
Έλυνε κι έδενε η σιωπή! Στρίγγλισαν τα παραθυρόφυλλα στο σύρσιμο. Έξω λυσσομανούσε ο αέρας! Μάζεψε από το σκοινί, μία μαύρη κυλότα κι ένα ζευγάρι κάλτσες.
΄Εκανε μιά γύρα , σέρνοντας τις ξηλωμένες παντόφλες στα πονεμένα της δάχτυλα. Οι ίδιοι τοίχοι, τα ίδια κάδρα, οι τέσσερις βιενέζικες καρέκλες, ο μωβ καναπές, βούλιαξε στα σωθικά του. Άρχισε να ξεφυλλίζει περιοδικά. Εξώφυλλο ιλουστρασιόν στην 'γυναίκα', συνέντευξη στο marie claire, φωτογραφίες από κοσμικές συνάντησεις. Ζωντάνεψαν οι σελίδες να σκίζουν τον αέρα! Τους έπιανε κουβέντα, κόσμος πολύς στο σπίτι!
Μετά από ώρα, άνοιξε το ντουλάπι της κουζίνας και πήρε το πακέτο με τα μπισκότα. Έγλυψε με βουλιμία την γέμιση και έκανε θρύψαλα τα υπόλοιπα.. Βάλθηκε να τρώει τα ψίχουλα, ένα ένα..
Θυμήθηκε και κατάπιε το βραδυνό χάπι κατά της κατάθλιψης. Δίχως στάλα νερό!

Thursday, January 10, 2008

κρυμμένες ψυχές

H υπόσταση και η οντότητα έχουν μία συγκεκριμένη κατεύθυνση από το παρελθόν στο μέλλον! Λένε πως δεν υπάρχει δύναμη που να μπορεί να διακόψει ή να αντιστρέψει την έννοια του χρόνου.
Κομματιάζω τους τοίχους της Χανθ και βρίσκω ογδονταενός ετών κρυμμένες ψυχές σε ξεφτισμένους σοβάδες κίτρινων αποχρώσεων. Περπατάω σε ατέλειωτους διαδρόμους, αναπνέω μυρωδιά κεριού μέλισσας που καίγεται αργά! Επαναλαμβάνω τον χρόνο ανοίγοντας πελώριες πόρτες στο σκοτάδι, κρεμάω στο καινούργιο φεγγάρι τα γυμνά παράθυρα με τα όμορφα καμπυλωτά τελειώματα στις κορυφές!
Τρίβω με δύναμη τα πινέλα μου σε πορσελάνινους νεροχύτες έως ότου ξασπρίσουν! Ώχρες, μπορντώ, ultramarine.. υγρά σαπούνια και πλάκες πλεξιγκλάς καταβροχθίζονται από παμπάλαια σιφόν.
Βρώμικο νερό έχει καλύψει τα πλακάκια σε γυαλιστερό φυστικί, ως επάνω! Μία επανάληψη φωλιάζει τεμπέλικα σε υγρά πανιά. Κάποιος χορεύει shamba μπροστά μου.
Ο καθρέφτης επάνω από τον νεροχύτη, μου χαρίζει πίσω το είδωλο μου με μάγουλα άπό κόκκινη οπαλίνα.Μπορώ να ορκιστώ πως έχω μία μοναδική σχέση με τα κάτοπτρα αυτού του χώρου, βάζω το χέρι στην φωτιά και σε ότι στοίχημα θέλεις πως με δείχνουν πάντα πάρα πολύ όμορφη. Είναι λύτρωση γιά μένα να μπορώ να με χαζεύω και να με χαζεύω ξανά. Παραξενεύομαι!
Πετάω ποτήρια από συνθετικό υλικό στα άχρηστα.. με καφέδες δοκιμασμένους πρώτα από συμπαθητικά τρωκτικά.
Βάζω στο στόμα του νεαρού φύλακα ένα κομμάτι ζάχαρη και φεύγω τρέχοντας ελαφρύτερη κατά εξηνταοκτώ ευρώ!!

Monday, January 07, 2008

el orfanato (το ορφανοτροφείο)

O φόβος χθες το απόγευμα είχε φωλιάσει μέσα στις θέσεις 10 και 12 στην 9η σειρά του Ολύμπιον.
Αναπνέαμε υγρές ξένες ανάσες και λασπωμένες σόλες παπουτσιών.
Το σκοτάδι μας κατάπινε ξεγελώντας μας με μιά ατμόσφαιρα ζεστή!

Ζω την προβολή, περπατώ σε αραχνιασμένα υπόγεια, ακούω παιδικές κραυγές και παίζω με αμηχανία το λουράκι της τσάντας μου. Παρά λίγο να ξηλώσω μία μία τις χάντρες μέχρι να πονέσουν τα νύχια μου! Φοβάμαι σου έχω πει πόσο φοβάμαι σε ταινίες τρόμου, οι δυό κυρίες μπροστά μας έφυγαν στα πρώτα λεπτά, φοβάμαι σου λέω αλλά νοιώθω 'κάπως' που το αντέχω.
Ευτυχώς που σ έχω πάντα δίπλα μου και παίζω με τον ώμο σου, βάζεις το χέρι σου επάνω μου, ακουμπάω το κεφάλι μου στο λαιμό σου. Καμμιά φορά γελάω με την μουσική, η ισπανική διάλεκτος με σκεπάζει με ζεστές κουβέρτες ως τα μαλλιά, σε ταίζω μπουκιές σοκολάτας και πετάω χρωματιστά χρυσόχαρτα στους πρωταγωνιστές.

Φεύγοντας γελάμε, γελάμε πολύ..
κι όλο το βράδυ δε ξεκολλάω το σώμα μου από το δικό σου..
ούτε δευτερόλεπτο!!

Saturday, January 05, 2008

σαν του φιδιού το δέρμα


Φουσκώνει το δέρμα μου κι αλλάζει σαν του φιδιού,
διαμορφώνομαι μέσα από τις αλλαγές..
Μαζί, Μοναξιά, Μαζί, Μοναξιά, Μαζί και πάλι Μοναξιά!
Είναι τέχνη λένε να πορεύεσαι με τα υπάρχοντα
να γδέρνεις την πέτσα σου στον ήλιο και μετά να την κρύβεις
σε μαγικά κουτιά με κουρδιστές χορεύτριες!
Ράβω ασπρόμαυρες φωτογραφίες
στην ανάποδη του πράσινου σουέτ μου.
Πιάνω και ξηλώνω με δύναμη
τα σύννεφα που ακουμπούν τη γη,
μα μόνο προσωπικές στιγμές βρίσκω να με βαραίνουν.
Μουσκεύω ως το κόκκαλο!
Ο φτερωτός θεός της αγάπης λέει σε εξυψώνει και σε παρηγορεί.
Γλυκαίνουν τα χάδια και τα φιλιά τα παγωμένα σεντόνια!
Μόνο που έχει δύναμη διπλή, η μιά της ευτυχίας κι η άλλη της αθλιότητας!
Χώνω το χέρι τυφλά σε υγρές φωλιές με τυλιγμένα χαρτάκια ευτυχίας.
Μα αυτό που επιλέγω δε γράφει τίποτα.. τίποτα!!
Επαναλαμβάνω ξανά και ξανά.. έως ότου..
Κι ώσπου να.. κατοπτρίζω τα μπλαβιασμένα μου χείλη στην παγωνιά!

Thursday, January 03, 2008

και ξαφνικά, χιόνισε γλάρους

Η ζωή είναι μία συνεχής επιστροφή! Οι μνήμες ξεκολλούν από μέσα μας, έρχονται και ξανά έρχονται. Φτύνουν σκουριασμένα καρφιά και ξεκαρδίζονται γλύφοντας πράσινα γλυφιτζούρια σε σχήμα χριστουγεννιάτικου έλατου.
Τυχερό φλουρί φιλάει την παλάμη μου, κάνω μαγικά και χάνεται ανάμεσα στα δυό μου δάχτυλα και ωοοππςςς.. να ΄το και πάλι!
Από ένα μωβ βελούδινο ημίψηλο,εμφανίζεται αυτό ακριβώς το δευτερόλεπτο που όμως έχει γίνει ήδη παρελθόν!
Κρυσταλωμένο σάλιο, παγωμένες αναπνοές που περπατούν ισορροπώντας ως τις άκριες των νυχιών. Τυλίγομαι με χοντρά κασκόλ κι αφήνω μόνο στα μάτια την ελευθερία να εξετάζουν,να σχεδιάζουν,να μελετούν.
Παίρνω στο κατόπι μία ακολουθία αριθμών, ξεχασμένων επίτηδες να μου φανερώνουν το δρόμο.


Και ξαφνικά, άρχισε να χιονίζει γλάρους!

υ.γ.
οι φωτό από την χθεσινή βόλτα στην παραλία