Sunday, June 29, 2008

όλα σου τα 'μαθα, μα ξέχασα μία λέξη

Παρευρέθηκα στην παρουσίαση αυτού του βιβλίου, γνώρισα από κοντά τον συγγραφέα, έχω κρύψει μιά όμορφη ευχή με την υπογραφή του στην πρώτη σελίδα, και ομολογώ πως είχα πολύ αγωνία έως ότου το ξεκινήσω γιά το αν θα μου άρεσε ή όχι.
Έχω καιρό, ίσως και χρόνο, να διαβάσω ένα βιβλίο που να μου αρέσει πολύ, κι αυτό συνεχώς σπανίζει.
Υπέθετα περίπου με ποιό τρόπο θα ήταν γραμμένο, ο κ. Δημήτρης Μπουραντάς, αναγνωρισμένος καθηγητής του Μάνατζμεντ και της Ηγεσίας στην Ελλάδα δεν θα μπορούσε παρά να γράψει ένα βιβλίο με την μαθηματική ακρίβεια που τον διακρίνει. Ορθολογιστικά. Ψυχρά. Κάτι σαν επιστημονικό σύγγραμα, ή κάποια πανεπιστημιακή εργασία.
Στά μισά είπα δεν θα το τελειώσω, ως εδώ ήταν το βάσανο μου, αλλά το ξανάπιασα και το κατάφερα διαβάζοντας το ως το τέλος. Δεν μπορώ να το αποκαλέσω μυθιστόρημα.
Λείπει το συναίσθημα και η πλοκή.
Είναι όμως εύπεπτο και διαβάζεται μονορούφι, και τελειώνοντας έχεις γεμίσει γνώσεις, αρκετά εξειδικευμένες θα έλεγα.
Με τον τίτλο, ο οποίος είναι παρμένος από στίχους κάποιου τραγουδιού του Χατζή, καμμία σχέση. Μάλλον προτάθηκε από τους ειδικούς γιά να σπρώξουν το βιβλίο.

Κατά τη δική μου ταπεινή άποψη πάντα, παρ όλο που προβληματίστηκα πολύ να την γράψω . Προτιμώ να αναφέρομαι σε βιβλία που αγαπώ έτσι ώστε η κρητική μου να είναι θετική.
Αλλά και πάλι οποιαδήποτε άποψη δεν είναι υποκειμενική;

Saturday, June 28, 2008

εκείνο το καλοκαίρι


Eκείνο το καλοκαίρι, όπως και πολλά ακόμη, κάναμε διακοπές ολόκληρο τον μήνα Ιούλιο, ο Αύγουστος ήταν γιά λίγους, κυρίως εργαζόμενους, άσε που χαλούσε μάνι μάνι ο καιρός, χώρια οι μέδουσες που έκαναν κατάλειψη τα νερά, Ιούλιος λοιπόν κι απογευματάκι.


Δροσιά και βόλτα στη θάλασσα, αφού τα πρωινά κολυμπούσαμε, ψηνόμασταν στον ήλιο, γυρνούσαμε στο σπίτι, μπάνιο, φαγητό, μεσημεριανή ξεκούραση και μετά αυτή η δροσερή βόλτα, με το φως της ημέρας να πέφτει αργά αλλά σταθερά.


-Ωπς! να ένα κοχύλι λέει η συντροφιά μου, η ξαδέρφη της ξαδέρδης μου, δυό τρία χρόνια μεγαλύτερη μου, λίγα μα σημαντικά γιά τις ηλικίες των 14 με 17.


-Να να κι άλλο..και ξαφνικά την βλέπω να γεμίζει τις τσέπες της απ αυτά τα κοχύλια που ήταν στρόγγυλα στη μια άκρη με σχέδια σαν αγκάθια κι ένα μεγαλύτερο σαν πόδι κάθετο, που συνήθως από εκεί το πιάναμε..


-Μα που, που είναι.. έψαχνα κι εγώ η δόλια, μάταια, ούτε ένα δεν κατάφερα να κρατήσω στην χούφτα μου, έτσι έστω σα μικρό τρόπαιο, απόκτημα από την βόλτα μου.


Η Αφρούλα, από το Αφροδίτη, γελούσε ξένοιαστη κι ευχαριστημένη, σα να την αγαπούσε η θάλασσα και της έστελνε μηνύματα με τους θησαυρούς της.


Ζήλευα, ω ναι ζήλευα, κι ας ήταν αγνή η ζήλεια, την Αφρούλα που ήταν μεγαλύτερη, ωριμότερη, που είχε το δικαίωμα μεγαλύτερης ελευθερίας από ότι εγώ, που την εμπιστεύονταν η μητέρα της περισσότερο από όσο εμένα η δική μου, που φορούσε εκείνο το πολύ μοντέρνο μαγιώ, κόκκινο με ψηλά καρώ, κι όχι μόνο, είχε και ασορτί σαμπώ που έκαναν ένα όμορφο θόρυβο όταν περπατούσε τικι τακ τικι τακ !


Είχε μεγαλύτερο αδερφό που εγώ δεν είχα, είχε άποψη που εγώ λόγω ηλικίας δεν είχα και κυρίως γέμιζε τις τσέπες της με κοχύλια που εγώ ούτε να ξεχωρίσω δε μπορούσα μέσα στην άμμο.


Όταν δεν έχεις αδερφό, αχ λες τι καλά να είχα, όταν σου λείπει κάποιος γιά να αγαπάς, ψάχνεις απεγνωσμένα, όταν χάνεις την ικανότητα να περπατάς, λες θεέ μου ας περπατούσα τίποτα άλλο δεν θα μ ένοιαζε, όταν λοιπόν τα έχεις όλα και είσαι μόνο 14, μοναδική επιθυμία σου να ανακαλύπτεις εσύ πρώτη κοχύλια και να τα κρύβεις πολύτιμα στις τσέπες σου.


Εκείνο το καλοκαίρι είχα αποκτήσει και το πρώτο μου ποδήλατο. Μετά από παρακάλια ετών. Του έδινα να καταλάβει. Πάνω κάτω, πάνω κάτω όλη μέρα.


Φυσικά είχε κι η Αφρούλα ποδήλατο. Πιό μεγάλο και πιό φανταχτερό. Κι έτρεχε περισσότερο. Και πάλι εγώ ακολουθούσα.


Και φυσικά το δικό μου ποδήλατο πάθαινε κάθε δυό και τρεις φούιτ. Άντε τρέχα το στο συνεργείο. Κι η Αφρούλα θεά. Ανέγγιχτη από οτιδήποτε κακό.


Εκείνο το καλοκαίρι, όπως κάθε καλοκαίρι βέβαια, ερωτεύτηκα. Το παιδί του σούπερ μάρκετ. Πόσο να ήταν μεγαλύτερος μου; Δέκα; Είκοσι χρόνια;


Αλλά ήταν όμορφος, και γλυκομίλητος. Μωρέ και χωριάτης ήταν αλλά αυτό δε τό ΄βλεπα.


Περνούσα κάθε λίγο από το μαγαζί του και δωσ του χάζι. Και νάζι.


-Μιά μέρα μου λέιι.. εε ψιτ έλα εδω!


Εμένα τι με θέλετε, κοπήκαν χέρια, κοπήκαν πόδια αλλά πήγα. Στάθηκα μπροστά του, κι έτσι όπως ήταν πολύ ψιλότερος μου τον κοιτούσα και περίμενα. Τι δεν ξέρω. Το μόνο που ξέρω, ήταν πως έφυγα και γύρισα με μία κούτα τσιγάρα, γιατι αυτό ήθελε. Και του έτα δωσα με μιά Ικανοποίηση, έτσι που μου δώθηκε η ευκαιρία να του δείξω την αξία μου. Από τότε δεν του ξαναμίλησα, ούτε κι αυτός εμένα. Το επόμενο καλοκαίρι έμαθα πως παντρεύτηκε. Καλά να πάθει σκέφτηκα!


Εκείνο το καλοκαίρι, η μαμά μου με είχε στα ώπα ώπα, όπερ σημαίνει, κάθε βραδάκι, είχα ένα ολόδικο μου πιάτο με τηγανητές πατάτες.


Έλα όμως που εγώ έβαζα το βεραμάν φορεματάκι μου, με τα ατέλειωτα κουμπιά στην πλάτη, σα παραπλανητική ζώνη αγνότητας έμοιαζε τώρα που το σκέφτομαι, μα ήταν ρομαντικό και μου άρεσε, πήγαινα γιά βόλτα και τελειωμό δεν είχα. Κι αυτή γιά να με ξεκολήσει, μόλις οι δείκτες ακουμπούσαν 10.30, ερχόταν και μου φώναζε..


Άντε Στελίτσα έτοιμες οι πατατούλες σου, και να τα γέλια από την παρέα. Εμένα τι με θες. Που ούτε μου άρεσε αλλά ούτε και μπορούσα να πω όχι. Με βαριά καρδιά έφευγα.


Ορίστε, η μαμά της Αφροδίτης ποτέ μα ποτέ δεν την είχε προσβάλει έτσι.


Τι διάλο μόνο σ εμένα συνέβαιναν όλα αυτά;



Από εκείνο το καλοκαίρι, όποτε έτυχε να συναντήσω την Αφροδίτη, συνήθως σε τυπικές συγκεντρώσεις, γάμους κλπ έκανα πως δε την γνώριζα.


Επιλεκτική μνήμη δεν έχω άλλωστε; Τι;


Ουφφφ!!

Tuesday, June 24, 2008

θέατρο δάσους ( Γαλάνη - Αρβανιτάκη )


Το θέατρο δάσους είναι πανέμορφο.
Μπαίνεις μόνη γιατί ο καλός σου ψάχνει παρκάρισμα, κι ας είναι μόνο 8.30, ψιλοκουτσαίνοντας γιατί πονάς, ξέρεις εσύ, το κάτω διάζωμα είναι ήδη κατειλημμένο, σημασία δεν δίνεις, φτάνεις κοντά στο κέντρο κι από εκεί μετράς καμμιά δεκαριά σκαλοπατάκια, δύσκολα πολύ αλλά τ ανεβαίνεις, στρώνεις δύο φελιζόλ που έχεις χρυσοπληρώσει ένα ολόκληρο δίευρο, κάθεσαι κι απολαμβάνεις.
Το ελαφρύ αεράκι, την μυρωδιά του δάσους, την θάλασσα μπροστά σου μαζί με ένα μικρό κομμάτι της πόλης που αρχίζει σιγά σιγά να ντύνεται στα χρώματα της νύχτας.
Ο καλός σου μετά από ώρα έρχεται, κινητό στο αυτί και σινιάλο με σώμα και χέρια γιά να σε δει, το αεράκι πέφτει, η ζέστη φουντώνει και το τσιμέντο όπου κάθεσαι βράζει και μαζί του κι εσύ, όμως κατά τις 10.00 το πρόγραμμα ξεκινάει, κι αποζημιώνεσαι απολαμβάνοντας, ρουφώντας τη στιγμή από την αρχή, ως το τέλος.

Με το ίδιο μακό

Με το ίδιο μακό και με κέφι κακό φύγαν μέρες
Το φεγγάρι απ' τη μια και του κόσμου η ζημιά βάλαν βέρες
Τι θα κάνεις εσύ είναι εννιά και μισή τον καπνό μου φυσάω
Και προτού να λουστώ σταυρουδάκι χρυσό μες στα δόντια μασάω

Κι όλο εσένα θέλω μόνο για κανέναν δεν σηκώνω τώρα πια το ακουστικό
Μόνο εσένα και είμαι εντάξει το ταβάνι έχει πετάξει δυο φωτιές στον ουρανό

Σε χρειάζομαι και το καινούργιο παρκέ με το πόδι πληγώνω
Σου φυλάω μουσικές στο ταξίδι να καις μες στο χρόνο

Τι θα κάνεις λοιπόν το κομμένο Depon κυνηγάω στο σεντόνι
Και προτού να το πιω σαν δεσμός με σκορπιό λογαριάζονται οι πόνοι

Ξενιτιά

Ψηλά βουνά κι εσείς των άστρων θωριές
Ποτάμια αχνά, ελάτια, δάφνες, μυρτιές
Την καρδιά μου, αχ φωτιά μου, όποιος δει
Να του πει να ‘ρθει κοντά μου, μην αργεί

Ξενιτιά μου, ερωτά μου, φως κι αυγή
Πριν ραγίσει απ’ τον σεβντά μου όλη η γη
Φαράγγια υγρά κι εσείς των δράκων σπηλιές
Αετών φτερά κι ανέμων μαύρες φωλιές

Την καρδιά μου, αχ φωτιά μου, όποιος δει
Να του πει να ‘ρθει κοντά μου, μην αργεί
Αηδόνι εσύ, πλανεύτρα στάχτη που καις
Με ποιο κρασί, μεθάει τα μάτια του πες

Την καρδιά μου, αχ φωτιά μου, όποιος δει
Να του πει να ‘ρθει κοντά μου, μην αργεί
Ξενιτιά μου, ερωτά μου, φως κι αυγή
Πριν ραγίσει απ’ το σεβντά μου όλη η γη

Παράπονο

Βαριά βραχιόλια οι λύπες
Πώς μ’ αγαπάς δεν είπες
Το ‘χω παράπονο, μάνα μου, στόμα μου
Κι ας πέθαινε το σώμα μου

Δεν θέλω φως μου κόσμο
Στα χείλη μου έχω δυόσμο
Το ‘χω παράπονο, πάρε μου, ζήτα μου
Της λησμονιάς σαΐτα μου ...

Σου στέλνω μ’ ένα γράμμα
Του φεγγαριού τη λάμα
Πάρ’ τη και χτύπα με, μάνα μου, τρέλα μου
Κι αν κλαίει η ψυχή σου γέλα μου ...

υ.γ.
έγραψα αυτους τους στίχους που τραγούδησε η Ελευθερία, σ ένα χαρτί, και τους έκρυψα στην τσέπη του, να 'χει να βρει το πρωί!

Μέτρησα τις πιο βαθιές μας διαφορές

κι ήταν οι σχέσεις μας αυτές χάιδεψέ τες αν τις δεις ποτέ
Κι έπειτα τον χρόνο μέτρησα να δω

αν προλαβαίνω να σου πω από εμένα πόσα δεν μπορώ
Ό,τι κι αν γίνει ένα να λες πως μ' αγαπάς χίλιες φορές

πως μ' αγαπάς χίλιες φορές κι εγώ εσένα
Κι αν μείνει τ' όνειρο μισό

κι αν το φιλί χαθεί κι αυτό ένα να λες σαν να 'ναι χτες

πως μ' αγαπάς χίλιες φορές
Έψαξα έτσι ένα ψέμα σου να βρω να μην μπορώ να το ανεχτώ

και δε βρήκα ούτε ένα
Κι έπειτα μέτρησα πάλι για να δω αν είν' τα λάθη μου εδώ

και δεν έλειπε κανένα
...
Να μ' αγαπάς χίλιες φορές...

Monday, June 23, 2008

Ι 'VE LOVED YOU SO LONG (απλά σ αγαπώ)


Καθώς ξετυλίγεται μία εκπληκτική και μυστηριώδης πλοκή, προβληματίζεσαι γιά την αντιμετώπιση των ανθρώπων που εκτίουν μία ποινή, γιά την έλειψη επικοινωνίας, γιά τον τρόπο αποκατάστασης και επανένταξης στο περιβάλλον της κοινωνίας.
Την ρατσιστική τάση απέναντι σ αυτούς που στο κάτω κάτω έχουν εξοφλήσει τους λογαριασμούς τους, το στίγμα από το οποίο δεν απαλλάσονται ίσως ποτέ
.
Αυτή η υπέροχη ταινία του Philippe Claundel, με πρωταγωνίστρια την αγαπημένη μου Kristin Scott Tommas, μας βάζει στη ζωή μιάς Γαλλικής οικογένειας, όπου μαζί με την αδερφή, τον σύζυγο, τον πατέρα του και τα δύο υιοθετημένα παιδιά, προστίθεται ένα ακόμη μέλος, μία γυναίκα η οποία μόλις έχει αποφυλακιστεί.
Πέρα από τα βασικά προβλήματα που αντιμετωπίζει, απόρριψη, κριτική, επανένταξη, δίνει μία μάχη με τον ίδιο της τον εαυτό, που όμως έχει ως σύμμαχο την αδερφή της και την υπερβολική αγάπη που της δείχνει.
Η ταινία θίγει επίσης και το καυτό θέμα της ευθανασίας, ανακαλύπτοντας μας σιγά σιγά και με μαεστρία, τον λόγο που η γλυκιά Ζουλιέτ βρέθηκε στην φυλακή. Και τέλος, ποιό ήταν το κίνητρο της πράξης της.
Μία ιστορία που εκπέμπει μία αισιοδοξία μέσα από την θλίψη της.

Friday, June 20, 2008

10+1 γιά μένα

H γλυκιά μου anima με κάλεσε σ ένα ακόμη παιχνιδάκι..

10 + 1 άχρηστα πράγματα που με αφορούν..
λοιπόνννννννν....

1) Καπνίζω ΚΑΡΕΛΙΑ (τα μπλε), δύο τσιγαράκια την ημέρα, ενίοτε και περισσότερα, αλλά δε τραβάω τον καπνό. Αυτό δεν κατάφερα να το μάθω ποτέ.

2) Πίνω τρία καφεδάκια την ημέρα, ελληνικός όταν βρίσκομαι στο σπίτι, φραπεδάκι στην δουλειά, καπουτσίνο freddo όταν βρίσκομαι εκτός σπιτιού το καλοκαίρι, γαλλικό το χειμώνα.

3) Η μεγάλη μου φοβία είναι πως κάποιος θα με απαγάγει δίχως την θέληση μου, δεν θα ξαναδώ το σπίτι μου και τους ανθρώπους που αγαπώ, και το χειρότερο, αυτοί δεν θα με ψάξουν γιατί θα νομίζουν πως έφυγα επειδή το ήθελα (τους έχω πει.. αν χαθώ ξαφνικά, να ψάξετε ναι;)

4) Στα πέντε μου, πέφτοντας από το ποδήλατο, έπεσα σε σπασμένα γυαλιά, κάποιο μπήκε στο γόνατο μου, έκανε μία τρύπα σα σπασμένο μελάτο αβγό (αυτή την ανάμνηση έχω), κι ακόμη βλέπω το σημάδι (στο δεξί) .

5) Τις τελευταίες 10 μέρες θεωρούμαι άνεργη, και δεν θέλω σχόλιο πάνω σ αυτό, εκτός κι αν πρόκειται γιά πρόταση εργασίας.. ναι;
Παρ όλα αυτά νοιώθω ελαφρύτερη, πολύ πολύ !!

6) Όσο οργανωμένη είμαι στο μυαλό, άλλο τόσο ανοργάνωτη είμαι στα πράγματα μου, ρούχα, βιβλία, γραπτά, cds, γυαλιά τίποτα δεν είναι σε τάξη.

7) Είμαι φύση αισιόδοξη και υπομονετική, όμως πολύ πολύ κυκλοθυμική. Ποτέ κανείς δεν μπορεί να προβλέψει την διάθεση μου το επόμενο λεπτό.

8) Στα 15 περίπου είχα αλληλογραφία με μία κοπέλλα από Αθήνα, στα 25 με την Sujata Jain από Ινδία και με την Αstrid Wermann από Γερμανία. Τρελαινόμουν πάντα γιά τέτοιου είδους επικοινωνία. Στα 45 μου απέκτησα ένα μπλογκ με αντίστοιχη επικοινωνία, απλά με διαφορετικό τρόπο.. δε συμφωνείτε ;

9) Λατρεύω τα γλυκά. Μ αρέσει να φτιάχνω τούρτες, συγκεκριμένα εχθές το απόγευμα έφτιαξα ένα τεράστιο ταψί με σοκολατόπιτα.

10) Τα περισσότερα χρήματα μου, τα δίνω σε βιβλία και σε πράγματα που χρησιμοποιώ στη ζωγραφική και στις κατασκευές μου.

Και κράτησα γιά το τέλος..

10+1) Η θέση της μίας και μοναδικής καλύτερης φίλης δίπλα μου, είναι όχι μόνο άδεια αλλά και ανοιχτή.
Αλλά είμαι δύσκολη..πολύυυ δύσκολη..

http://miaedwkaimiaekei.blogspot.com/
http://perikosmou.blogspot.com/
http://freedula.blogspot.com/
http://kopelametokanarini.blogspot.com/

Wednesday, June 18, 2008

ξένο σώμα

Έχωσε τα μακριά, όμορφα δάχτυλα της στα μάτια της, προσπαθώντας με τις άκριες των νυχιών, περασμένες με δυό βερνίκια σε λευκό, να ξεκολλήσει από την ίριδα αυτό που την ενοχλούσε μέρες τώρα, ένα φίλτρο κόκκινο, σαν μεμβράνη, σαν διάφανο ύφασμα, ούτε που γνώριζε τι στο καλό ήταν, μόνο αυτό, της άλλαζε τα χρώματα, την ένταση, τον τρόπο, ακόμη κι αυτή την άμεση επαφή με το φως του ήλιου, και θα ΄ταν πανσέληνος του Ιούνη το βράδυ, η πιό εντυπωσιακή του καλοκαιριού.

Tuesday, June 17, 2008

Όχι

Μου πέρασε από το μυαλό να σου κάνω μεγάλο κακό. Τι θα σου προκαλούσε την μεγαλύτερη ψυχική λύπη; Την μεγαλύτερη δυστυχία; Ποιό ήταν το πιό ευαίσθητο σημείο σου;
Άρχισα να καταστρώνω σχέδια. Με πολύ θυμό και ναι το παραδεχόμουν, απεριόριστη εκδίκηση. Από το ίδιο απόγευμα, από εκείνη την στιγμή, που μου είπες Όχι.

Καθόμασταν σ αυτό τον μπλε-λευκό καναπέ, κι είχες τα χέρια μου μέσα στα δικά σου. Πίσω μας η θάλασσα κι ο ουρανός κουβέντιαζαν με μαύρα σύνεφα, που με τρόμαζαν. Ζύγιζα την στιγμή που θα έπιανε η βροχή, έκοβα με το μάτι μου το εσωτερικό του μπαρ, κι αν θα χωρούσε με μιάς ένα ατίθασο κύμα ζευγαριών που θα έτρεχαν να προφυλαχτούν.

Ένα Όχι στα δεκάδες Ναι. Οριστικό κι απόλυτο. Σιδερένιο. Ήθελα να το πιάσω με τα δάχτυλα μου και να το μπήξω λεπίδα μέσα σου. Κι επειδή ήξερα πως η δύναμη κι ο εγωισμός σου δεν θα σου επέτρεπαν να πληγωθείς, άδικος ο κόπος έλεγα, κι έψαχνα να κατασπαράξω ότι υπήρχε δίπλα σου. Θα σου άφηνα ανεξίτηλα σημάδια. Θα έβλεπα τις συσπάσεις οδύνης στο πρόσωπό σου και μετά θα σε συμπονούσα με ένα κάλπικο λυγμό. Όπως ακριβώς μου έμαθες.

Ήθελα να στείλω τον παραλογισμό μου, να συναντηθεί με τον ατομικισμό και την συμφεροντολογία σου. Την επιβολή και υποβολή του δικού σου συμφέροντος ως δικού μου.
Τους όρκους και τα ταξίματα στο όνομα ενός ταξιδιού, όπου εσύ διάλεγες, μέσο και προορισμό. Εσύ γιά μένα, με συνειδητούς κτητικούς μηχανισμούς.

Τελευταία αναλαμπή, σαν από κάφτρα τσιγάρου, κι αντί να ορμήσω επάνω σου, όρμησα στην πόρτα.
Έφυγα κι επανέκτησα ένα χαμένο ''εγώ''. Κέρδισα την ζωή μου. Γιά όσο. Απέκτεισαν υπόσταση οι στιγμές μου. Γεύση τα βήματά μου. Ήχο οι σιωπές μου.

υ.γ.
η φωτογραφία από την παραλία της Θεσσαλονίκης, ένα απόγευμα που παρά τα μαύρα σύνεφα (στην αντίθετη πλευρά του ουρανού, πάνω από το κέντρο της πόλης), τελικά δεν έβρεξε..

Sunday, June 15, 2008

χαμομηλόλαδο

Περπατούσε σέρνοντας σχεδόν το αριστερό του πόδι, έψηνε χαμομήλι στην κουζίνα, πρόσθετε μέλι, καθόταν στον καναπέ, το ρουφούσε όπως ήταν ζεστό, μαλάκωνε, έπαιρνε τα σχετικά αντιφλεμογνώδη, καθόταν στο p/c, μιλούσε στο msn με τον μοναδικό φίλο που έβρισκε στο σπίτι, πιανόταν πάλι το νεύρο, πονούσε, ζητούσε συγγνώμη, ξανακαθόταν στο καναπέ, ζεστό τσάι και το μαξιλάρι μια κάτω από το γόνατο, μια ανάμεσα στα δύο πόδια και βολεψιά πουθενά.

Πέντε μέρες η ίδια επανάληψη. Συν το ότι δεν μπορούσε να κλείσει μάτι τα βράδια από την ενόχληση και τον πόνο. Αυτό, το αριστερό του πόδι κι ένα κομμάτι από την μέση του, συμπεριφέρονταν σαν ξένα αντιδραστικά στοιχεία σε σχέση με το υπόλοιπο σώμα του που ακόμα τον υπάκουε. Μάλωναν άγρια τις τελευταίες νύχτες μεταξύ τους τα μέλη του.

Υπομονή είχε μπόλικη, κι οπλίστηκε με ακόμη περισσότερη, άμυνα του οργανισμού σ αυτές τις περιπτώσεις, μα τα νεύρα του άρχισαν να κάνουν απρόβλεπτα και βίαια κορδελάκια.

Μιλούσε σχεδόν καθημερινά στο τηλέφωνο με την κολλητή του, φιλαράκια από το δημοτικό, κολητάρια στο γυμνάσιο, φίλη εμπιστοσύνης (πουθενά αλλού δεν το βρήκε αυτό), μα έλα που έλειπε σ ένα συνέδριο στο Παρίσι κι ούτε λόγος να την ανησυχήσει. Άλλον άνθρωπο δεν είχε, ζούσε ολομόναχος τα τελευταία δύο χρόνια, ακριβώς από τότε που τον είχε αφήσει σύξιλο η Μαίρη, φεύγοντας με τον καλύτερο του φίλο.

Τον άκουσε να μιλά βεβιασμένα, κάτι υποψιαζόταν στα τελευταία τηλεφωνήματα, τον ρώτησε από δω, τον ξεψάχνισε από κει, σιγά σιγά της τα ΄πε όλα, το καστανό, κακό μάτι της τροφαντής κυρίας που τον κοίταξε με λαχτάρα, και προφανώς έμεινε πάνω του, το ρεύμα που τον πηρούνιασε, το βάρος που πιθανόν να σήκωσε και να το αποτέλεσμα, φοβεροί πόνοι, μούδιασμα, δυσκολία στο ύπνο κι ένα πόδι ανυπάκουο, σερνάμενο.

-Μίλα Χριστιανέ μου τόσες μέρες, σου κλείνω κατ ευθείαν ραντεβού με την γιατρό μου του είπε την μια στιγμή, και σε δυό λεπτά του ξανατηλεφωνησε για να επιβεβαιώσει την ώρα.

Το ίδιο απόγευμα, με πολύ δυσκολία έκανε ένα ντουζ, φόρεσε ένα τζην κι ένα μαύρο μακώ μπλουζάκι από πάνω, και βγήκε κουτσαίνοντας και ασθμαίνοντας. Πήρε ένα ταξί που τον άφησε μπροστά στην είσοδο της πολυκατοικίας, Τσιμισκή 34, Ελισάβετ Κυριόγλου, ιατρός ορθοπεδικός-ρευματολόγος, ισόγειον, έγραφε σε μία τετράγωνη μπρούτζινη ταμπελίτσα καρφωμένη στον μαρμάρινο τοίχο, κάτω από το ταμπλώ με τα κουδούνια.

Η εξώπορτα ήταν κλειδωμένη, κάνοντας μία γκριμάτσα από τον έντονο πόνο, κτύπησε το κουδούνι που έγραφε το όνομα της.

Ανέβηκε στο ισόγειο, βρήκε την πόρτα ορθάνοιχτη, και την γιατρό στο γραφείο της, ευχαρίστησε την τύχη του που δεν τον άφησε να περιμένει άλλο κι άρχισε να διηγείται το τι και το πώς.

-Κάθησα πλάι σ ένα παράθυρο ιδρωμένος, κάτι πήγα να σηκώσω από το πάτωμα, μάλλον τελικά υπερεκτίμησα τις δυνάμεις μου κι όλα τα σχετικά.

Τον άκουγε προσεκτικά. Ξαφνικά σηκώθηκε.
Του ζήτησε χαμογελώντας να βγάλει το παντελόνι του, όσο έβαζε σε ένα μικρό κατσαρολάκι,περίπου..

1 φλυτζανάκι του καφέ ελαιόλαδο
Κι όσο χαμομήλι από το βάζο μπορούσαν να πιάσουν τα δάχτυλα της.


Τα ζέστανε καλά, έως ότου άρχισε να τσιρτσιρίζει το λάδι, και έβαλε το μίγμα σε ένα μπωλ.
Έως ότου να ξαναπάει δίπλα του είχε πάρει την κατάλληλη θερμοκρασία.
Του ζήτησε να ξαπλώσει σε ένα κρεββάτι, και τράβηξε το υφασμάτινο παραβάν.Βούτηξε τα δάχτυλα της στο λάδι, και το μετέφερε επάνω του. Άρχισε να τον τρίβει ελαφρά, κι έπειτα με περισσότερη δύναμη. Αρχικά στο σημείο όπου ξεκινούσε ο πόνος, κι έπειτα περιφερειακά και κατά μήκος όλου του ποδιού.
Αισθανόταν βαθιά ανακουφισμένος. Η θερμοκρασία και η πλαστικότητα του λαδιού, σε συνδιασμό με την χαλαρωτική επίδραση του χαμομηλιού, ήταν κάτι παραπάνω από βάλσαμο.
Μάλαζε το σώμα του με τα επιδέξια δάχτυλα της δυνατά και συγχρόνως του μιλούσε με φωνή ζεστή και ψιθυριστή.
Έπεφτε σχεδόν με όλο της το σώμα επάνω του και ένιωθε στην ανάσα της αυτή την μυρωδιά λαδιού και χαμομηλιού που είχε πλημυρίσει όλο το δωμάτιο.
Τον είχε φτιάξει για τα καλά, σχεδόν τον είχε ναρκώσει, όταν του ζήτησε να σηκωθεί και να ντυθεί.
-Θα πρέπει να έρθετε δυό τρεις φορές ακόμη του είπε χαμογελώντας, δίνοντας του την κάρτα της.
-Εεε καλά έκανε να διαμαρτυρηθεί, το έχω το τηλέφωνο σας, μα αντί για αυτό, έβαλε την κάρτα στο πορτοφόλι του, πλήρωσε κι έφυγε ανακουφισμένος..

Στο σπίτι, έφτιαξε πάλι ένα τσάι, ξάπλωσε και κάλεσε την κολητή του στο κινητό.

-Έλα..πώς είσαι;
-Η γιατρός σου έχει απίστευτα δάχτυλα, ήταν το πρώτο που της είπε.
Σιγή από την άλλη άκρη της γραμμής.
-Μαγεία σου λέω, δεν μπορείς να φανταστείς πόσο καλό μου έκανε το μασάζ…
-Μασάζ;;
Πνιχτό γελάκι από την άλλη πλευρά που εξελίχτηκε σε γέλιο τρανταχτό.
-Γιατί γελάς;
-Άσε άσε..
-Μα πες μου γιατί γελάς..

Κι ενώ αυτή από τα γέλια δεν μπορούσε να του μιλήσει, αυτός έβγαλε μηχανικά από το πορτοφόλι του την κάρτα της.
Την κοίταξε και δεν πίστευε στα μάτια του.

Αγγελική Σταματοπούλου
Εκπαιδευμένη μασέρ εις……


Μα καλά πως;;;

Και τότε κατάλαβε.

υ.γ.

κάποιοι σίγουρα θα είδατε ένα ποστ εχθές εδώ, που σήμερα εξαφανίστηκε.

Προτίμησα να γράψω όλο αυτό που περνάω εδώ και μιά εβδομάδα με έναν άλλο τρόπο, πιό τρυφερό και πιό ζεστό, που με εκφράζει περισσότερο. Το ποστ το αποθήκευσα έτσι ώστε να έχω να το θυμάμαι μαζί με τα σχόλια σας.

:)))

Tuesday, June 10, 2008

η ''ζωή'' της

Eίχε μάθει τα πάντα γι αυτήν. Δίχως καν να την γνωρίζει, δίχως να την έχει δει ποτέ του.
Το τηλεσκόπιο του παρακολουθούσε καθημερινά το μπαλκόνι της, συγκεκριμένα ένα πολύ μικρό κομμάτι, στην πίσω πλευρά του διαμερίσματος, όπου ανάμεσα σε φίκους και γεράνια, άπλωνε καθημερινά τα πλυμένα της.

΄Ηταν φορές που άσπριζε ο τόπος από μαξιλαροθήκες και σεντόνια, ζήλευε τότε τον ύπνο της, άλλες γέμιζε με φούστες, μπλούζες και παντελόνια, ζήλευε τις εξόδους της. Όταν προστέθηκαν πουκάμισα που ανέμιζαν σε μέγεθος extra large, ζήλεψε την συντροφιά της, στα δε θαλασσιά μωρουδιακά, μιά πιθαμή υφάσματα σε σιέλ αποχρώσεις, που επιβεβαίωσαν το τίποτα μέσα του, έσπασε με μένος ότι είχε την τύχη να βρεθεί μπροστά του.

Η μάνα του ανησύχησε, μα δεν τόλμησε να ανοίξει την πόρτα. Μόνο απ έξω ρώταγε
-Είσαι καλά αγόρι μου;
-Καλά είμαι μάνα, κάνε την δουλειά σου της αποκρίθηκε, κι αυτή έφυγε.

Συνέχισε να κοιτάει γιά μήνες και χρόνια, με ήλιο, με βροχή, με χιόνι, αυτή ''ζούσε'' κι αυτός εκεί,
στα άδεια σχοινιά με ξύλινα μανταλάκια να κρεμάει την μοναξιά του, καλοκαίρι κι αυτή να εξαφανίζεται γιά μέρες, σαββατοκύριακα επίσης.
Καιρό μετά, τσάκισε στην ατέλειωτη αράδα των μαύρων ρούχων μιάς άλλης επιστροφής κι ενός μοναδικού ''αντίο'', μα μονάχα όταν εκείνο το ροδαλό μπλουζάκι ξέμεινε γιά μήνες να δέρνεται στον άνεμο δίχως να το μαζέψει κανείς, δεν ένιωσε τίποτα.

Ήξερε.



υ.γ.
η φωτογραφία προυπήρξε του κειμένου

Monday, June 09, 2008

ο άντρας με το μαύρο πουκάμισο

Tον γνώρισα Φθινόπωρο.
Όχι στην πρώτη συνάντηση στο αμφιθέατρο, στην δεύτερη, στην μεγάλη παραλληλόγραμμη αίθουσα, με την πανοραμική θέα έξω από την τζαμαρία, προς 40 εκκλησιές.
Είχε καθήσει διαγώνια απέναντι μου, ανάμεσα σε καμμιά σαρανταπενταριά άτομα.
Ο μεγάλος όγκος του καταλάμβανε μιά πορτοκαλιά καρέκλα από πλαστικό, η δε επιβλητική του προσωπικότητα, η αύρα του, ήταν διάχυτη σε όλο το χώρο.

Φορούσε κατάσαρκα, ένα μαύρο πουκάμισο, που έκρυβε επιμελώς φαρδιά στήθη και στιβαρά μπράτσα, με μία κατακόκκινη χάρτινη γωνία από ένα sante άφιλτρο να ξεπροβάλει από το αριστερό τσεπάκι, διαγράφοντας ένα τέλειο τετράγωνο.
Έδειχνε χαμένος, ή πιό σωστά κλεισμένος, θα μπορούσα να πω κι εγκλωβισμένος, σ ένα ολόδικο του κόσμο, φανερά ευαίσθητο, όπως άλλωστε συνέβαινε στον καθένα μας.
Είχε ένα πρόσωπο βαρύ και τετράγωνο, μ ένα στρόγγυλο χαμόγελο παιδιού, και δυό μάτια, τόσο καστανά, σκούρα όπως και το δέρμα του, σχεδόν μαύρα που στριφογύριζαν σαν ώριμες ελίτσες στις κόγχες τους, με μία αδιόρατη θλίψη πιασμένη θαρρείς αδύναμα στις υγρές γωνίες.

Έγραφε με μία άνεση ζηλευτή, ολοφάνερο πως κρατούσε το μολύβι χρόνια, σ ένα τετράδιο μαύρο σπιράλ, με δεκάδες φύλλα, χοντρό, σαν τόμος λεξικού ή εγκυκλοπαίδειας, κι έκανε ανάγνωση με ακόμη μεγαλύτερη ευχέρεια τα κέιμενα του, με φωνή μπάσα και ελαφρώς βραχνή, γυρνώντας τις σελίδες με χαρακτηριστικό θόρυβο, φορώντας κάθε λίγο τα χοντρά πρεσβυωπικά του γυαλιά που είχε σε μόνιμη βάση κρεμασμένα από ένα δερμάτινο κορδόνι στο λαιμό του.
Κείμενα γραμμένα με απίστευτο λυρισμό, όπου ανακαλύπταμε ένα περιπλανώμενο Οδυσσέα, όχι όμως τόσο άμεσα ώστε να γίνουν από όλους απολύτως αντιληπτά.

Αρχές ακόμη, πριν πιάσουν τα κρύα του Δεκέμβρη, σ ένα δεκάλεπτο διάλειμμα, με το sante στο χέρι κι ένα τσιγάρο στο στόμα, πλάτη ελαφρώς κυρτή θαρρείς από κάποιο αόρατο φορτίο, τον ακούγαμε να αποδοκιμάζει τα προσωπικά μας αναγνώσματα, τις δικές μας προτιμήσεις κι επιλογές, και να προτείνει συγγραφείς τους οποίους με φανατισμό θαύμαζε.
Ξεχώρισα το μοναδικό όνομα ενός συγγραφέα που έτυχε να μου είναι γνωστό από τα λεγόμενα του, κι όταν αργότερα, τυχαία στην βιβλιοθήκη του σπιτιού μου ξεφύλισα μία δική του ποιητική συλλογή , το μόνο που ήθελα ήταν να μοιραστώ την ικανοποίηση και την χαρά μαζί του.

Δείλιασα και δεν το έκανα ποτέ. Όλο το διάστημα, οκτώ ολόκληρους μήνες, ανταλλάξαμε ελάχιστες κουβέντες. Μία από αυτές, ήταν την φορά που του ανέφερα την ηλικία μου, παρ όλο που ποτέ δεν κατάφερα να προσδιορίσω την ακριβή δική του ηλικία, άραγε να ήταν μικρότερος ή μεγαλύτερος από εμένα, νιώθωντας πως προφέρω ένα βαρύ και μεγάλο αριθμό.
-Έ και; δε χαίρεσαι; μου είπε κι είναι κάτι που θα το θυμάμαι αυτό.

Το βλέμμα του ήταν γεμάτο αγάπη και τα χείλη του είχαν μιά γλύκα σα μόλις να είχε ξαποστάσει από μιά δύσκολη εργασία και στην ξεκούραση επάνω να γευόταν ένα κουταλάκι με γλυκό κεράσι.
Πολλές φορές αναρωτιόμουν γιά την οικογενειακή του κατάσταση, την ζωή του, έβαζα σε υπερωρίες την φαντασία μου που μιά τον παίδευε σε νεαρή ηλικία ως το μικρότερο από τα πέντε αδέρφια σε μιά φτωχική οικογένεια, την άλλη σαν πολυταξιδευμένο κι εσχάτως ερωτευμένο, κι όταν το σκεφτόμουν αυτό έβαζα μπροστά κι ένα ''πολύ'', θα μπορούσε να είναι κι ένας καθηγητής, φιλόλογος ίσως, αλλά οπωσδήποτε ''πολύ ερωτευμένος'', γιατί αυτή την εντύπωση μου δημιουργούσε όταν έβλεπα το χορτάτο, ήρεμο και χαμηλό βλέμμα του.

Έλειψε κατά το τέλος της Άνοιξης αρκετά απογεύματα, άδεια η καρέκλα του και δεν είχα που να λοξοκοιτάξω και ποιόν να ξεφλουδίσω στρώμα στρώμα να φτάσω στην ψυχή, ανακαλύπτοντας φανταστικές και μη πλευρές του χαρακτήρα του.
Τελευταία μέρα, η παρουσία του γέμισε την αίθουσα, αρχή καλοκαριού κι όλοι είμασταν ελαφρύτεροι κι ομορφότεροι κι αυτός γιά ένα λόγο παραπάνω. Δεν θυμάμαι τι ακριβώς φορούσε, ίσως κάτι σε ποιό χρωματιστό, μα εγώ θα τον θυμάμαι πάντα μ εκείνο το πουκάμισο, από μαύρη ποπλίνα που ήμουν σίγουρη πως αν το άγγιζα θα ήταν απαλό και τρυφερό κάτω από τις παλάμες μου και με μυρωδιά φρεσκοσιδερωμένου υφάσματος και βαρύ καπνό τσιγάρου.

Θα έδινα τα πάντα να μάθω αληθινά κομμάτια της ζωής του, έτσι καθώς χάζευα το πρόσωπο του που είχε πάρει ήδη το μπρούτζινο χρώμα του καλοκαιριού, δημιουργώντας πιό αισθητή αντίθεση με το γκρίζο των μαλλιών του.
Αρκέστηκα να τον πειράξω διακριτικά.
-Μπανάκι; τον ρώτησα υπονοώντας την πρώιμη θερινή του απόχρωση.
-Ναι μου απάντησε χαμογελώντας μα ήξερα και ήξερε πως δεν ήταν από την θάλασσα.

Είχα ήδη μάθει πως δουλεύει στις οικοδομές. Σιδεράς έτσι διαδόθηκε.

υ.γ.
στη φωτο, το τετράδιο με τα γραπτά του Π. έτσι όπως κατάφερα να το φωτογραφίσω στα κρυφά, μιά Τρίτη απόγευμα.

Wednesday, June 04, 2008

σοκολάτα

Είμαι σίγουρη πως θα το ξεπεράσω, όμως αυτή τη στιγμή, το μόνο που θα ήθελα, είναι να κολυμπήσω σε μία θάλασσα από σοκολάτα...

τόοοοσο χάλια...


ευχή σε μιά νεράιδα

''Όταν το πρώτο μωρό χαμογέλασε γιά πρώτη φορά, το χαμόγελο του διασπάστηκε σε χιλιάδες κομμάτια που γέννησαν τις νεράιδες. Έτσι και τώρα, κάθε φορά που γελάει ένα νεογέννητο και μια νεράιδα γεννιέται. Έτσι θα πρέπει να υπάρχει τουλάχιστον μία για κάθε άνθρωπο!''
J. M. Barrie

Ήταν ο επίλογος ενός κύκλου οκτώ ολόκληρων μηνών, γραμμένος σε μία κόλλα Α4, τόσο απλά.

Αλήθεια, ποιές θα μπορούσαν να είναι οι πιό μύχιες επιθυμίες σας;
Ή έστω όχι οι δικές σας, αλλά οι πιό ιδιαίτερες επιθυμίες ενός αγαπημένου σας ήρωα, ρόλου,
ενός δημιουργήματος της φαντασίας σας;

Ο Σεπτέμβρης ήταν γιά μένα πάντα μήνας έναρξης, αφύπνισης, ιδεών και όχι μόνο. Η ιδανική εποχή να ξεκινώ τους κύκλους μου.
Αντίθετα ο Ιούνιος ήταν μήνας ξεκούρασης, απολογισμού και ίσως επιρεασμένη από το κλείσιμο των σχολείων, ένοιωθα πάντα κάτι σαν να κατέβαιναν ''οι τίτλοι του τέλους'', ένα ''the end''.. όσον αφορά τις περίπλοκες σκέψεις και πράξεις του χειμώνα.

Έτσι, το μόνο που έχω να ζητήσω εγώ από τη δική μου νεράιδα, είναι πολλούς κύκλους ακόμη, να έχω να χαρώ την έναρξη και τέλος τους.

Εσείς;

Sunday, June 01, 2008

ένα τυχαίο ζευγάρι

Σαββατόβραδο, τελευταία νύχτα του Μάη.
Ένα ζευγάρι, κατευθύνεται σε ένα μπαράκι, το οποίο αποκαλούν περιθωριακό, γιά διαφορετικό λόγο ο καθένας.
Κάθονται δίπλα δίπλα, στον πεζόδρομο σε ένα τραπεζάκι με τέσσερις καρέκλες. Παραγγέλνουν δύο μαργαρίτες.
Εκείνος..
Βουλιάζει στην πολυθρόνα του και χάνεται σταδιακά στις σκέψεις του. Κοιτάζει ευθεία μπροστά. Μιλάει ελάχιστα, πίνει το ποτό του, τσιμπάει ξηρούς καρπούς και κριτσίνια.
Εκείνη..
Κάθεται στην πολυθρόνα της, τον κοιτάει στα αριστερά της, ο όγκος του δίπλα της την πιέζει, σπρώχνει ελαφρά τον αγκώνα του ώστε να μην την αγγίζει, μήπως και καταλάβει πως πρέπει να τοποθετήσει το σώμα του πιό σωστά, πίνει την μαργαρίτα της, παραπονιέται πως δεν έχει τις πρέπουσες αναλογίες.
Εκείνος..
Συμφωνεί. Έχει υπερβολικό χυμό λεμονιού και καθόλου κουαντρώ.
Εκείνη..
Προσπαθεί να τον αφυπνίσει, τουλάχιστον γιά μιά υποτυπώδη συζήτηση.
Εκείνος..
Χάνεται στους δικούς του προβληματισμούς, συνεχίζει να μην την κοιτάει,
Εκείνη..
Αρχίζει να μιλάει, να λέει να λέει, περί ανέμων και υδάτων, προσωπικών προβληματισμών και όχι μόνο.. δεν μιλάς, παραπονιέται, ενώ ήδη σκέφτεται πως βρίσκεται σε λάθος τόπο, λάθος χρόνο και με λάθος άνθρωπο. Πάει η βραδιά.
Εκείνος..
Κάνεις λάθος της λέει, απλά ακούω αυτά που μου λες, κοιτάζει ευθεία μπροστά.

Θυμίζουν ζευγάρι κάποιου εμπορικού σήριαλ με κάκιστη σκηνοθεσία.
Αυτός ακόμη έπινε, όταν αυτή του ζήτησε να φύγουν.

Την άλλη μέρα ..Κυριακή πρωί..
Εκείνος έχει ξυπνήσει ήδη και ασχολείται με διάφορες δουλειές στο σπίτι.
Εκείνη τεντώνεται μαχμουρλίδικα στο κρεββάτι, κοιμάται, ξαναξυπνάει.
Κάποια στιγμή σηκώνεται, ρίχνει λίγο δροσερό νερό στο πρόσωπο της και πηγαίνει προς το σαλόνι.
-Καλημέρα.
-Καλημέρα.
Εκείνη σκέφτεται κάτι και προσπαθεί να βρει τον τρόπο να το εκφράσει..
Όπως πάντα διαλέγει την ευθεία οδό της ειλικρίνειας.
-Μμμμ.. καμμία διάθεση δεν έχω να πάμε σήμερα γιά τον καφέ που λέγαμε. Προτιμώ στο σπίτι.
Και χάθηκε στον καφέ και στα ένθετα των πρωινών εφημερiδων της.

Αυτός απλά συμφώνησε.

τέλος μπαταρίας