Sunday, November 30, 2008

εμμονή

η μοναξιά


Οι δρόμοι αδειάζουνε τις Κυριακές. Το ίδιο και τα διαμερίσματα.
Έψησε καφέ και βγήκε στο μπαλκόνι. Είχε μιά παράξενη λιακάδα σήμερα Μιά λιακάδα σιωπηλή κι ένας ήλιος πίσω από τα σύννεφα σε κίτρινο λεμονί.
Το συνήθιζε αυτό. Να πίνει τον καφέ της στο μπαλκόνι τις Κυριακές. Βούλιαξε στην φερ φορζέ πολυθρόνα, κι άναψε ένα τσιγάρο. Χθες ζήτησε από το περίπτερο, άλλη μάρκα από την συνηθισμένη. Γιά αλλαγή. Γιά να γουστάρει. Λίγο πιό βαριά, γιά να νιώσει τον καπνό να πικρίζει στην γλώσσα της.
Εξερεύνησε το περιβάλλον. Καμμία κίνηση από την γειτόνισα απέναντι. Μόνο οι γλάστρες να στολίζουν τη βεράντα και το πλακάκι φρεσκοπλυμένο από την χθεσινή βροχή.
Το ραδιόφωνο δυνατά, να φτάνει ως έξω το τραγούδι. Στην κρεββατοκάμαρα η τηλεόραση στο σιγανό. Γιά την αίσθηση της συντροφιάς.

Τι σου 'κανα και πίνεις, τσιγάρο στο τσιγάρο
κι είν' τα πικρά σου μάτια στο πάτωμα καρφιά

Τo νερό από τις μπλούζες και τα εσώρουχα που στράγγιζαν στά σκοινιά, έφτασε στα πόδια της. Πήρε το σφουγγαρόπανο.
Τα χείλη της στρογγύλεψαν, το ίδιο και τα μάτια. Σα να είχαν κρατήσει από την χθεσινή βροχή.
''Τσιγάροοοο στο τσιγάροοο'' επανέλαβε και άφησε τον καπνό της να ανακατευτεί με τον αέρα.

σ αγαπ-ώ-


Ποτέ δεν κατάλαβε τι ήταν αυτό που έκανε τις Κυριακές να έχουν μυρωδιά γλυκόπικρη. Η αίσθηση του ''τέλους''; Του τέλους της εβδομάδας που έφερνε δίχως διάκριση όλες τις θύμησες μαζί. Το τέλος της νεότητας, το τέλος μιάς φιλίας, το τέλος μιάς σχέσης..
Άναψε δεύτερο τσιγάρο να κρύψει το ντέρτι της σε τούφες πυκνού καπνού.
Στρογγύλεψε κι άλλο τα χείλη της.

Πες μου για δε μ' αφήνεις με δυο φιλιά να πάρω
απ' τα θολά σου μάτια τη μαύρη συννεφιά

Τον είδε προχθές. Τυχαία.
Είχε βγεί στην Τσιμισκή, μετά από μιά εκδήλωση και σχεδόν έπεσε πάνω του. Πως γινόταν κάθε φορά που θα τον έβλεπε τυχαία να το προαισθανόταν; Έτσι και προχθές βγήκε από το σπίτι μ αυτό το συναίσθημα, σχεδόν έψαχνε ανάμεσα στο πλήθος να τον ανακαλύψει.
Δεν της άρεσε αυτό που είδε, παρ όλο που το φως της νύχτας απάλυνε τα χαρακτηριστικά. Ένας ξένος, που ενώ σχεδόν έπεσε μπροστά του και τον κοίταγε γιά ώρα στα μάτια ούτε καν την πρόσεξε. Βιαστικός όπως πάντα και χαμένος στις σκέψεις του.
Δεν χάρηκε που τον είδε.
Δεν χάρηκε όπως τον είδε.
Έδειχνε κουρασμένος, αδυνατισμένος και γερασμένος. Τα μάγουλα του, κάτω από το μάλλινο τζόκευ έμοιαζαν στεγνωμένα και κρεμασμένα.
Πέρασαν τα χρόνια, αυτό μόνο σκέφτηκε. Σα νεράκι πέρασαν. Της ήρθε, αχ πως της ήρθε εκείνη την στιγμή, να τον πάρει στα χέρια της και να τον νταντέψει, Ακόμη και πνοή από την πνοή της αν της ζητούσε θα του έδινε. ''Έχεις κάποια να σε ρωτάει αν ντύνεσαι καλά;'' ήθελε να τον ρωτήσει. ''Κάποια που να τρέχει να σου θυμήσει να φορέσεις κάτι ζεστό τα κρύα πρωινά του Χειμώνα''; Ήθελε αλλά δεν είπε τίποτα. Τσιμουδιά. Μόνο η βροχή που είχε μπει στα μάτια της και της θύμιζε εκείνη την στενάχωρη ταινία που είχε δει προχθές στον κινηματογράφο.


Πον-ά-ω


Από χωρισμούς δεν ήξερε. Εννοούσε από πραγματικούς χωρισμούς. Χωρίζουμε, σε θυμάμαι έως ότου ρουφήξει την ανάμνηση ο επόμενος και τέλειωσε. Όοοχι.
Αυτή έφυγε επειδή τον αγαπούσε. Κι ο πόνος ήταν δυνατότερος. Κι επέμενε. Γιατί τον κράτησε μέσα της. Χρόνια μετά αυτός ο πόνος ήταν ακόμη εκεί. Κομμάτι της. Αδύνατο να λυθεί από την θύμηση του.
Καθημερινό έρωτα τον ονόμασε ένας φίλος. Από αυτούς που μ αυτούς ξυπνάς και μ αυτούς κοιμάσαι.
Εμμονή το έλεγε αυτή.

Μπήκε μέσα, να ανακατέψει το φαγάκι της. Οι μυρωδιές της κουζίνας της έφερναν πάντα στο νου την μάνα της. Να ψάξεις να βρεις εκείνη την αγάπη που σε κάνει να νοιώθεις ακόμη καλύτερη της έλεγε, τ ακούς Ελενίτσα; μόνο αυτή η αγάπη αξίζει. Έβαλε μιά κουταλιά σ ένα μικρό πιάτο και δοκίμασε. Έριξε λίγο αλάτι ακόμη.
Στο ραδιόφωνο έπαιζε ένα άλλο τραγούδι. Πάντα το άφηνε στα Ελληνικά. Στα ξένα άλλαζε σταθμό. Ήθελε να καταλαβαίνει τον στίχο που έβραζε την ψυχή της.
Την ψάχνεις την αγάπη; Κ ι αν ναι πού;
Αξιώθηκα να αγαπήσω έλεγε. Δεν είχα την χαρά να αγαπηθώ. Δε μου χαρίστηκες. Χαλάλι σου.
Ποτέ δεν του είπε ΑΝΤΙΟ, ποτέ. Αυτή την λέξη που ηχούσε σαν ''δώρο'' στ αυτιά της δεν την ξεστόμισε ποτέ.
Πήρε ένα χαμηλό γυάλινο ποτηράκι από το ντουλάπι και το γέμισε ρετσίνα. Είχε πιό αγνή, πιό αθώα γεύση από το κρασί.
Ψέμματα να έλεγε;
Αφού έτσι κι αλλιώς, ήθελε δεν ήθελε, είχε σημαδέψει το μέσα της.
Και ζούσε εκεί!

Saturday, November 29, 2008

ο Ήχος ο Πλάγιος

Tον Ήχο τον Πλάγιο, τον πρωτογνώρισα σαν ένα μικρό αγοράκι, με κόκκινη μπλούζα και χρυσά δαχτυλίδια γιά μαλλιά.
Με λέξεις βαριές και λυπημένες, ανάλαφρες κι ερωτικές, αφημένες με τάξη σ ένα blog, ιδιαιτέρως επιμελημένο και προσεγμένο.
Απάντησε στα e-mail μου, σαν να είμασταν φίλοι από παλιά. Με βοήθησε σε ότι ζητούσα με περίσσια υπομονή, κι ένοιωθα πάντα και το νοιώθω ακόμη πως είναι ένας άνθρωπος που φωνάζει ''είμαι εδώ''.

Με την ποίηση δεν είχα ποτέ ιδιαίτερη αγάπη, αλλά θυμάμαι πως ενθουσιασμένη του είχα πει από την αρχή.
-Μ αρέσει ο τρόπος που βάζεις τις λέξεις στην σειρά, ο τρόπος που χρησιμοποιείς τις λέξεις στην κάθε σου έκφραση, σαν να έχει μείνει μονάχα ένα κομματάκι να συμπληρωθεί το παζλ κι εσύ παίρνεις την κατάλληλη λέξη και συμπληρώνεις την έννοια, την έκφραση.
Μιά μέρα του είπα και το άλλο.
-Ρε συ Γιάννη, δε μπορώ να τα καταλάβω τα ποιήματα, εγώ θέλω πεζά, ιστορίες καθημερινές με αρχή μέση και τέλος.
-Στην ποίηση, θα θυμάσαι μόνο πως σημαντικό είναι το συναίσθημα που σου αφήνει αυτό που διαβάζεις. Αυτό αρκεί.
Κι ο Γιάννης βγάζει όλο του το συναίσθημα σ αυτά τα μικρά αριστουργήματα.
Τόσο που λες δεν έχει άλλο.

Δεν φανταζόμουν ποτέ, πως θα χαιρόμουν σαν φίλη την παρουσίαση του βιβλίου του.
Το ότι θα εξέδιδε τα γραπτά του ήμουν σίγουρη. Όπως και το ότι θα έχει επιτυχία. Και το ότι θα εκδόσει κι άλλα, κι άλλα, κι άλλα..

Η χθεσινή εκδήλωση πραγματοποιήθηκε σε έναν πάρα πολύ ωραίο χώρο, στον Μαλλιάρη της Δ.Γούναρη, οι παλιότεροι θυμόμαστε πως κάποτε εδώ στεγαζόταν ο κινηματογράφος Ανατόλια.
Ο Γιάννης ήταν άψογος και πλαισιωμένος από γοητευτικά πρόσωπα.
Πήρα στα χέρια μου το βιβλίο του με την διπλή αφιέρωση.
Μπαίνω στον πειρασμό να στολίσω το blog μου με ένα κομμάτι που μου άρεσε (όλα μου άρεσαν αλλά σιγά σιγά)..

''γιά πάντα''
η λέξη που δεσπόζει στον έρωτα
στα κοκκινισμένα απ' το παιγνίδι χείλη
στην ιδρωμένη από την επαφή πλάτη
στ' ακροδάχτυλα που ανιχνεύουν
παντού το γιά πάντα
εκτός από τα μάτια
που φοβούνται πάντα το κοίταγμα.

Ελπίζω να μη μου θυμώσει που έκλεψα μιά σελίδα από το βιβλίο του, αλλά πως να το πω.. μ αρέσει, μ αρέσει πολύ..
Εύχομαι ολόψυχα πάντα επιτυχίες. Το αξίζεις..

Thursday, November 27, 2008

Ο «Ήχος Πλάγιος. Μόνος…» στο Πολυβιβλιοπωλείο Μαλλιάρης Παιδεία – Ανατόλια

Την Παρασκευή το απόγευμα στις 7.οο θα είμαστε εδώ..

Οι εκδόσεις Ηλίας Μπαρτζουλιάνος
και το βιβλιοπωλείο Μαλλιάρης Παιδεία
σας προσκαλούν
στην παρουσίαση της συλλογής ποιημάτωντου Ιωάννη Τσιουράκη
με τίτλο«Ήχος Πλάγιος. Μόνος…»Για το βιβλίο θα μιλήσουν οι:
Τόλης Νικηφόρου, ποιητής – συγγραφέας
Κατερίνα Καριζώνη, ποιήτρια – συγγραφέας

Ποιήματα και κείμενα της συλλογής θα διαβάσειη Κυβέλη Δραγούμη, ηθοποιός
Η παρουσίαση θα γίνει την Παρασκευή 28 Νοεμβρίου 2008 και ώρα 19:00στον χώρο του Πολυβιβλιοπωλείου Μαλλιάρης Παιδεία – Ανατόλια.
Δ. Γούναρη 39, τηλ. 2310277113, Θεσσαλονίκη
Εκδόσεις Ηλίας Μπαρτζουλιάνος
Σοφοκλέους 5, Αθήνα 10559, τηλ. 2103835421, 6977306160



o ήχος ο πλάγιος είναι εδώ

Στ’ απόνερα του καλοκαιριού

ριζώνει σα βροχή το δάκρυ

κάτου από στέγες

πίσω από πόρτες κλειδωμένες

στις πιο μυστικές λέξεις

που γράφουν επαναληπτικά το σ’ αγαπώ

και το διαβάζουν πονάω.

ήχος πλάγιος μόνος

Ιωάννης Τσιουράκης


Wednesday, November 26, 2008

stella

Αν ήμουν ελληνική ταινία, θα ήμουν η στέλλα με την μελίνα μερκούρη.






Αν ήμουν μία ταινία γαλλική φεστιβαλική του 2008, θα ήμουν η stella..

αυτή






Αν ήμουν τραγούδι θα ήμουν στα χείλη του Βασίλη..




Γεμίσαν οι πλατείες με πολυκατοικίες και σίδερα




και κάθε που βραδιάζει η πολιτεία μοιάζει με σινεμά.




Και γω σου λέω Στέλλα, στην αγκαλιά μου έλα να κοιμηθείς.




Είναι μεγάλη η μέρα, αδέσποτη σαν σφαίρα και θα χαθείς.




Σε κάθε της γωνία, δράμα και κωμωδία και κλάματα.




Στους δρόμους ζευγαράκια, έρωτες, τσαλιμάκια και βάσανα.




Και γω σου λέω Στέλλα, στην αγκαλιά μου έλα να κοιμηθείς.




Είναι μεγάλη η μέρα, αδέσποτη σαν σφαίρα και θα χαθείς.




Φώτα μικρά μεγάλα, έργα πορνό και μπάλα για τους φτωχούς.




Στους τοίχους διαφημίσεις, παντού και πάντα λύσεις για τυχερούς.




Και γω σου λέω Στέλλα, στην αγκαλιά μου έλα να κοιμηθείς.




Είναι μεγάλη η μέρα, αδέσποτη σαν σφαίρα και θα χαθείς.







Αν ήμουν μπύρα θα ήμουν stella artois (αν και μεταξύ μας προτιμώ την duvel)







αν ήμουν γλυκό








θα ήμουν σίγουρα κάτι ροζ με πολύ σοκολάτα..



Ελάτε να δούμε ταινίες, να ακούσουμε τραγούδια, να πιούμε μπύρες, να φάμε γλυκά.. και να μην αφήσουμε ψίχουλο λέμε..

σας ευχαριστώ εκ των προτέρων.. γιά όλα!!!


Monday, November 24, 2008

ένα γύρο το φεγγάρι

Ένα γύρο το φεγγάρι κι άλλον έναν η ζωή
στέκεσαι γυμνή μπροστά μου, κάνει ο χρόνος μια ρωγμή
κάνω την φωτιά μου χάδι και στου κρύβω την πληγή
που από τότε που θυμάμαι μου κλειδώνει το κορμί


Δύο γύρους το φεγγάρι το κορμί μου σε ζητά
απ' τα δάχτυλά μου βγαίνουνε μαχαίρια κοφτερά
μη φοβάσαι είναι για μένα στη φωτιά μου θα καώ
δεν ζητάω δική μου να'σαι, θέλω μόνο να σε δω


Δέκα χρόνια δέκα αιώνες λύσεις ψάχνουν να μου βρουν
δε με ξέρεις, μα το ξέρεις πως τα χέρια δεν ξεχνούν
κάτι νύχτες ματωμένες που αδιάφορα περνάν
που τα σώματα διψάνε μα τα μάτια αλλού κοιτάν
Τρεις φορές θα σε ρωτήσω αν υπήρξε μια φορά
που ήσουν μόνη στο σκοτάδι κι ήμουνα παρηγοριά
τρεις φορές θα σε ρωτήσω πως το χρόνο σταματάς
όταν έρχεσαι τα βράδια και στα μάτια με κοιτάς

στίχοι
Δανάη Παναγιωτοπούλου
πρώτη εκτέλεση
Γιάννης Χαρούλης

Sunday, November 23, 2008

Τi Amo

Ότι θυμάμαι από την εφηβεία μου είναι:



Ένα μοιρασμένο δωμάτιο, αφίσες στους τοίχους, Ντόνυ Όσμοντ, Ντέιβιντ Κάσιντυ, σέηκ, πάρτυ, περιοδικά κόμικς, Μανίνα, Κατερίνα, χτενάκια στα μαλλιά, φαρδιές πουκαμίσες, τζην, αμέτρητα ζευγάρια μποτάκια, ελβιέλες, κακοί βαθμοί στο σχολείο, κοπάνες στην ώρα της γυμναστικής, το δειλό άγγιγμα ενός αγοριού, πικ απ, δίσκους βινυλίου, Πωλ Μωριά, γαλλικά τραγούδια, ιταλικά, Αdamo, Τi Amo, μοντγκόμερυ, μακριά πλεκτά κασκόλ, σχολική ποδιά, citroen αγελάδα, κασέτες, ένα μαλακό πακέτο ΑSTOR κρυμμένο πάνω από το θερμοσίφωνο, καραμέλες με άρωμα μέντας γιά μετά το τσιγάρο, φιλιά που μύριζαν καπνό, ''θέλεις να τα φτιάξουμε''; , ποδήλατο, φούιτ, χωματόδρομοι





και μιά τεράστια αναμονή στα μάτια γιά το μέλλον..

Saturday, November 22, 2008

το τσίρκο μέσα μου

Έκανα μιά έτσι και τους βλέπω όλους..


Έναν μάγο, μιά μπαλαρίνα, έναν ζογκλέρ, δυό κλόουν, ένας ακροβάτης, ένας νάνος, μιά χορεύτρια, ένας ισορροπιστής, ένας γελωτοποιός, μιά παραμυθού, δυό ελέφαντες, ένα φλεγόμενο στεφάνι, μιά μαιμού, ένα ημίψηλο, ένας παραμορφωτικός καθρέφτης, μιά αιώρα, ένας πύθωνας, οι δίδυμοι, πέντε μάσκες, μιά ομπρέλλα, δυό μαριονέττες, η κούκλα ενός εγγαστρήμυθου, ένα ταμπούρλο, μία κολομπίνα, δυό τίγρεις, ένας πιερόττος, πέντε άλογα..


να έχουν στήσει σκηνικό μέσα μου..

Friday, November 21, 2008

κατάλληλη στιγμή

Σκεφτόμουν πως, αν κάποιος χάσει την κατάλληλη στιγμή, αν κάποιος αρνείται κάτι γιά καιρό, αν του αρνιούνται οι άλλοι κάτι γιά καιρό, τότε αυτό το κάτι έρχεται υπερβολικά αργά, ακόμη κι αν τελικά επιτυγχάνεται με πολλή προσπάθεια, ακόμη και αν προκαλεί χαρά. Ή μήπως δεν υπάρχει ''υπερβολικά αργά'', υπάρχει μόνο ''αργά'' και ''κάλιο αργά παρά ποτέ'';

Διαβάζοντας στη Χάννα
Bernhard Schlink

Thursday, November 20, 2008

Tuesday, November 18, 2008

η σκιά σου


θα μπορούσα να σε αναγνωρίσω ακόμη κι αν ήσουν μιά μαύρη σκιά στο σκοτάδι.

Σαν ιδέα, σαν εντύπωση, σαν αύρα.. σαν παρουσία..

Από τον τρόπο που χύνεται το πάνω μέρος του κορμιού σου.. στους γοφούς, τα μπράτσα σου ως τους αγκώνες και από κει στις αδρές άκρες των δαχτύλων.
Από την οικειότητα που θα ένοιωθα στα πλισσέ του λαιμού σου.
Από τις πρασινοκάστανες ανταύγειες που θα άφηναν τα μάτια σου στο μπλε της νύχτας.
Από τον τρόπο που θα σούφρωνες τα χείλη σου ξεδιψώντας σ ένα μπουκάλι νερό.

θα μπορούσα με μιά ματιά, και μόνο από την στάση του σώματος σου να καταλάβω, ακόμη κι αν ήσουν μιά μαύρη σκιά, την διάθεση σου, αν είσαι χαλαρός, αν προσδοκείς, τι προσδοκείς..
αν είσαι στεναχωρημένος, αν κάτι σε βασανίζει, αν είναι να συναντήσεις ένα φίλο ή μιά αγάπη..
αν είσαι τρομαγμένος, πιεσμένος, αν φοβάσαι..

θα μπορούσα να αναγνωρίσω την σκιά σου ανάμεσα σε χιλιάδες άλλες κι ας ήταν όλες σκοτεινές και μαύρες, και δίχως καν να γυρίσω να δω.

Θα ένιωθα το μακρυνό, το απόκοσμο, το ακριβό..

Βρέχει σήμερα κι οι σκιές γίνονται καθρεφτίσματα
σε μικρές λασπωμένες λίμνες.

Saturday, November 15, 2008

49ο φεστιβάλ κινηματογράφου Θεσσαλονίκης

Από σήμερα θα είμαι εδώ!


Ομαδική έκθεση φωτογραφίας
Περιμετρικά των Αποθηκών Α' και Γ'.
Εικόνες με θέμα το Νερό.


Κάτω από τις φωτογραφίες ορθογώνιες μεταλικές λιμνούλες γεμάτες νερό. Στην πρωινή βόλτα και λίγο πριν κόψουμε εισιτήρια.

Η αίθουσα Frida Liappa, μία από τις τέσσερις αίθουσες προβολής ταινιών στο λιμάνι.

Βγαίνοντας από την Αποθήκη Δ, βράδυ πιά, διαγωνίως απέναντι τα σπιτάκια που στεγάζουν το kitcen bar. Βραδυνή ψύχρα, φουλάρια και κασκόλ τυλιγμένα δυό και τρεις φορές στο λαιμό.

Έξω από την Αποθήκη Δ, και τρέχοντας γιά το Ολύμπιον. Ίσα που προλαβαίναμε την προβολή της επόμενης ταινίας.

Από το κλιμακοστάσιο του Ολύμπιον προς την μικρή κινηματογραφική αίθουσα Παύλος Ζάννας. Γιά τις ουρές που βρήκαμε, το στήσιμο, την μισάωρη καθυστέρηση, είπαμε χαλάλι, και δεν είναι μόνο οι ταινίες που πάντα έχουν κάποιο λόγο να μας αρέσουν, αλλά αυτή η όλη ατμόσφαιρα που κάνει τ αστέρια να ακουμπούν στους δρόμους και στις αίθουσες από την Αριστοτέλους ως το λιμάνι.. τόσο όμορφα και τόσο μαγικά.




Wednesday, November 12, 2008

το παιχνίδι

Έχει καιρό που με γαργαλάει να παίξουμε ένα παιχνίδι.
Ξανά.
Το είχαμε παίξει πριν πολύ καιρό, δε με συμφέρει να αναφέρω πόσο :)))
Τότε είχα παίξει κι εγώ εδώ κι εδώ
και σίγουρα πολλοί ακόμη και μάλιστα πιό όμορφα από εμένα! Αυτό που θυμάμαι ήταν πως το είχαμε διασκεδάσει πολύ, μα πάρα πολύ.

Πρώτα απ όλα όμως, ελάτε να φτιάξουμε καφεδάκια, σοκολάτες, τσαγάκια, ότι επιθυμεί η ψυχή σας. Στα καφεδάκια, γυρνάμε και λέμε και το φλυτζάνι!!! Ω! ΝΑΙ! Μισό λεπτό να μαζέψω ψηλά τα μαλλιά μου γιατί έχει και ζέστη σήμερα, να γυρίσω τα μανίκια μου και φύγαμε!
Στο παιχνίδι τώρα.
Να παίξουμε χαρτιά; τσουκ!
Να παίξουμε scrable; τσουκ!
Να παίξουμε μπιλιάρδο; τσουκ!
Να παίξουμε τις κουτσομπόλες; τσουκ!
Έχουμε και ζάρια αλλά τσουκ! επιμένω..
Να παίξουμε βελάκια;;;; τσουκκκκκκκ!!!!!
Να παίξουμε με ΛΕΞΕΙΣ ;;; ΝΑΙΙΙΙΙΙΙΙ !!!!
Περίεργο παιχνίδι έ;
Πέντε λέξεις στην τύχη από ένα βιβλίο ή μέσα από το λεξικό. Πιείτε μιά γουλιά καφέ μέχρι που να ψάξω εγώ.
Μέχρι να βρω τα γυαλιά μου, ν ανοίξω ένα βιβλίο, το λεξικό ήταν πιό μακριά..
να 'μαι όμως πίσω με τις λέξεις μαζί.
μαγείρισσες
επιδεικτικά
παπαρούνες
φόνος
παλίρροια
Απλό είναι.
Αφού είμαστε σίγουροι πως δεν θα μας ενοχλήσει κανείς, φτιάχνουμε διπλή δόση καφέ, βάζουμε μουσική, ακουστικά, παίρνουμε στην αγκαλιά το laptop και ο ρ ί σ τ ε...
Σκαρφιζόμαστε μιά ιστορία που να περιέχει όοοολεες αυτές τις λέξεις.
Τι έγινε στραβοκατάπιατε;;;
Νονός, μη σας χάσω τώρα που σας έχω ανάγκη.. λέμε τώρα!! :))) χε χε
Τα άτομα που θα καλέσω, τα διάλεξα με μοναδικό κριτήριο πως αγαπούν να φτιάχνουν ιστορίες, και πιστεύω πως θα δεχτούν με χαρά..
Κι όποιος/α άλλος θα θελήσει να μου κάνει την τιμή να παίξει, πάλι εδώ θα είμαι να τον/την προσθέσω στον κατάλογο..
Προτείνω τους:
Άντε και την επόμενη φορά θα σας βγάλω στην αυλή να παίξουμε κουτσό.
Ναι;;;
Ναιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιι

υ.γ.
επίσης, αν θέλετε, επιλέξτε τις 5 δικές σας λέξεις, τα 5 δικά σας λινκ και δώστε σε δικούς σας φίλους να γίνει μεγάαααλο το παιχνίδι..





Monday, November 10, 2008

au revoir

Μπήκε στο μπαρ και κάρφωσε τα μάτια της στα δικά του.
Αυτός, την έκοψε από πάνω ως κάτω και την ακολούθησε με το βλέμμα έως ότου ήρθε και βολεύτηκε σ ένα ψηλό σκαμπώ μπροστά στην μπάρα.

Έβγαλε το παλτό της, κάθισε με άνεση, και δίχως να πάρει λεπτό τα μάτια της, του έγνεψε μ' ένα νεύμα ''ναι, εγώ είμαι''!
Ακίνητος, έμεινε να την κοιτάζει με δέος σαν κάτι σπάνιο, ακριβό, ιδανικό και άπιαστο, ζωντανό πιά..

Δούλευε σ ένα μικρό αλλά ατμοσφαιρικό ΄΄στέκι΄΄ γιά καφέ και ποτό. Ήταν υπάλληλος, μα της είχε γράψει πως ήταν δικό του. Τα κατά συνθήκην ψέμματα. Ταμπέλα κάθετα αιωρούμενη σε σχήμα καρδιάς, όνομα ''Au revoir''. Μιά πόρτα ξύλινη, ενισχυμένη με μιά βαριά, βαμμένη στο χρώμα της σκουριάς, σιδεριά. Ένας προθάλαμος και τέσσερα τραπεζάκια με θέα στον δρόμο. Μιά κατεβασιά από δυό σκαλάκια, πλατύσκαλο, άλλα τρία, ένα δωμάτιο μακρύ, ημιυπόγειο και στενό που χωρούσε άλλα οκτώ τραπέζια, δυό καναπέδες, το μπαρ αριστερά, και μιά γύρα ψηλά σκαμπώ στο περίγραμμά κάτω από την μπάρα του. Μουσική ήρεμη.

Αυτός ή ο συνάδελφος, όποιος είχε πρώτος βάρδια, άνοιγαν τις πόρτες, πολύ πριν την Δύση του ήλιου. Εξυπηρετούσαν τόσο κάποιους μεσημεριανούς πότες, όσο και αυτούς που ήθελαν να συναντηθούν ''διακριτικά'', είτε στο διάλλειμα κάποιας δουλειάς, είτε στην διάρκεια ενός ραντεβού.

Όρθιος, στην άμεση διάθεση του οποιουδήποτε πελάτη, φορώντας κατάσαρκα την χειμωνιάτικη ''στολή'', ένα μαύρο πουκάμισο κι ένα στενό μαύρο καπαρντινέ παντελόνι .

Της έδωσε το χέρι. Την δειλία του την φώναζε μ ένα απαλό κοκκίνισμα στο πρόσωπο κι ένα αμήχανο χαμόγελο.
Από την πλευρά της, ήταν ψύχραιμη. Έδειχνε μπασμένη, γυναίκα με τσαμπουκά..
Είχε τον αέρα του ανθρώπου, που έχει εντρυφίσει σε τέτοιου είδους γνωριμίες και συναντήσεις.

Απόγευμα Σαββάτου, πολύ νωρίς ακόμη γιά τους βραδινούς πελάτες του μαγαζιού. Τέσσερις καφέδες στο παράθυρο μπροστά κι αυτό ήταν όλο. Τυχερός, να τον πετύχει σε μέρα που δεν ήταν εδώ το αφεντικό.
-Λοιπόν; Που εξαφανίστηκες τόσες μέρες εσύ; έκανε πλησιάζοντας την τρυφερά. Την είχε χάσει από τον υπολογιστή τις τελευταίες δυό μέρες! Τηλέφωνο απενεργοποιημένο. Ανησύχησε!
-Δεν εξαφανίστηκα! Πήρα το αεροπλάνο και ήρθα! Έτσι δεν είχαμε πει; Γνώριζα οδό, γνώριζα αριθμό και να 'μαι.

Την κοίταξε άλλη μία από πάνω ως κάτω. Τον κοίταξε με νόημα.
-Δεν θα μείνω πολύ. Επιστρέφω αύριο το μεσημέρι!
Από κοντά ήταν ακόμη πιό κουκλάρα. Ατέλειωτα πόδια και μπότες ως τα γόνατα. Βαθύ ντεκολτέ και ένα πράσινο φουλάρι περασμένο δυό και τρεις φορές στο λαιμό. Στα αυτιά δυό τεράστιοι ασημένιοι κρίκοι.
Δεν το περίμενε. Όχι το παρουσιαστικό της, αυτό λίγο πολύ το έβλεπε, το είχε φανταστεί. Την ξαφνική εμφάνιση της μπροστά του δεν περίμενε.
Της έδωσε το χέρι..''χάρηκα πολύ που ήρθες. Σ ευχαριστώ!'' Γέλασε!

Μόλις δυό μήνες πριν είχε πάρει το πρώτο mail της.
Μου αρέσει το blog σου, μου αρέσουν οι σκέψεις σου κλπ.
Ζούσε στην Κέρκυρα.
Ζούσε στην Αθήνα.

Ο γραπτός λόγος σου προσφέρει την άνεση να σκεφτείς, να διορθώσεις, να αναθεωρήσεις, να ξεκαθαρίσεις, να κρύψεις! Να τα πεις όμορφα και στρωτά. Με τα λιγότερα λάθη. Η οθόνη δεν σε προδίδει σε αντίθεση με δυό ροδαλά μάγουλα ή μία σπασμένη φωνή.
Οι σωστές λέξεις στο πληκτρολόγιο, αποσιωπητικά γιά να δώσεις μυστήριο, φατσούλες γιά ζωντάνια και παιδικότητα, γελάκια που φανερώνουν χαρά κι ευχαρίστηση, όλα σνηγορούν γιά μία εντύπωση το λιγότερο θετική.

Είχε σαν αρχή στην ζωή του, να είναι ανοιχτός στα πάντα. Της το είπε. Συμφωνούσαν.
Με το διαδίκτυο δεν είχε πολύ καιρό πάρε δώσε. Χρησιμοποιούσε τον υπολογιστή της αδερφής του, στο ακριβώς από κάτω διαμέρισμα, συνήθως τα Κυριακάτικα πρωινά, παρέα με μιά μεγάλη, ζεστή κούπα καφέ.
Τα έσοδα του δεν του επέτρεπαν δικό του μηχάνημα και σύνδεση.
Αυτό δεν της το είπε!

Έφτιαξε ένα blog, λίγο γιά την πλάκα και πολύ γιά να ξεφύγει από τα προβλήματα της καθημερινότητας , να ακουμπήσει κάπου τις περισσευούμενες σκέψεις.
Ογδόντα χρόνια πριν, θα μπορούσε να γράφει σε χειροποίητο χαρτί με αδρή αφή, μελάνι με μυρουδιά, σκληρή πένα και γράμματα αλλού παχουλά κι αλλού λεπτά σα κλωστή, πλάγια, καλλιγραφικά! Εκείνα τα χρόνια φανταζόταν την γραφή δυνατό όπλο στα χέρια ενός ρομαντικού εραστή.
Σήμερα, ένα πληκτρολόγιο και μιά οθόνη είναι must, είναι in, και το δυνατότερο όπλο στα χέρια ενός μοναχικού εραστή.

Πήρε από το ράφι,ένα κρυστάλινο ποτήρι, το γέμισε ρούμι, πάγο και το στόλισε με ένα κλωναράκι δυόσμου. Μοσχομύρισε ο τόπος. Δυόσμος κι αρωματικό κερί που άναψε σχεδόν μπροστά της. Μετά προστέθηκε και ο καπνός του τσιγάρου της. Άνοιξε μιά ταμπακιέρα από μαυρισμένο ασήμι, του πρόσφερε, αρνήθηκε, έβγαλε, κράτησε, άναψε.. ήπιε!
Ήξερε πως ήταν το αγαπημένο της ποτό! Τον ευχαρίστησε.

Μετακινήθηκε γιά να κάτσει σταυροπόδι.
Του άρεσε, του άρεσε πολύ περισσότερο από κείνη την γαμημένη την φωτογραφία που του έστειλε στο τρίτο, αν θυμόταν καλά mail! Κολασμένα περισσότερο κι από την ανοιχτή κάμερα στο μσν!

Στο blog του έγραφε Κυριακή παρά Κυριακή. Λίγα αλλά πιασάρικα ποστ. Εικόνες, φιλοσοφίες, κι απόψεις.
Του ερχόταν κάτι σαν ταξίδι. Από αυτά που δεν είχε προλάβει ακόμη να κάνει, πνιγμένος στις υποχρεώσεις. Στην δικιά του την ψυχή και στις ψυχές των ανθρώπων.

Τα mail του τα άνοιγε σπάνια στην αρχή. Δεν τον απασχολούσαν κι ούτε περίμενε κάτι. Από την στιγμή που πήρε το δικό της, άρχισε να επισκέπτεται την αδερφή του συχνότερα. Εκεί να δεις καζούρα. Τα ανήψια του έκαναν πανηγύρι.

Ήταν ευάλωτος, δεν είχε καιρό που είχε βγει από μιά δύσκολη σχέση, τόσο δύσκολη που είχε ορκιστεί να διαγράψει αυτή την λέξη από το λεξιλόγιο του.
Του είχε αφήσει μιά βρώμικη αίσθηση στα χέρια, στο στήθος, παντού σα να είχε τριφτεί σ ένα λάκκο γεμάτο κολλώδη φύλλα.
Ήταν σε φάση που ακόμη κατηγορούσε τον εαυτό του, γιά όλα τα σημάδια που της είχε επιτρέψει να αφήσει επάνω του.

Η προσπάθεια της να τον προσεγγίσει, ήταν έκπληξη κι ευχαρίστηση μαζί. Δώρο. Την γούσταρε ήδη. Από τα κείμενα, την ευαισθησία, το συναίσθημα και τον λεπτομερή αισθησιασμό που έβγαζε, τις ερωτικές της περιγραφές, σχεδόν σαν να του άνοιγε τα πόδια και να είχε μπει ήδη μέσα της.

Την φωτογραφία της, θα μπορούσε να την έχει στην οθόνη του αν είχε δικό του υπολογιστή,
και μόνο γιά να του φτιάχνει την μέρα. Του άρεσε πολύ! Την φαντασιωνόταν! Έβαλε την αδερφή του να του την τυπώσει και την έδειχνε στους φίλους του.
Σςςςςςςς... μμμμμ... θεογκόμενα ρε! Τυχεράκια! Του σφύριζαν!

Αυτή ήπιε το ποτό της, κάθισε καμμιά ωρίτσα, τσιγάρο πάνω στο τσιγάρο, εξαιρετικό το ταξίδι με το αεροπλάνο, λίγο ακριβότερη, αλλά συνεπέστατη η συγκεκριμένη εταιρεία, δεν το περίμενα πως τελικά θα έρθεις, μα αφού σου το υποσχέθηκα κι όταν εγώ υπόσχομαι κρατώ τον λόγο μου, χείλια κατακόκκινα κι αισθησιακά, καιρό πριν ένοιωθε να τα δαγκώνει, να τα υγραίνει, να τα ρουφάει, να τα καταπίνει.

Φωνή βραχνή κι αισθησιακή, βαθιά κι ερωτική, Θυμήθηκε τις τηλεφωνικές πρωινές της καλημέρες. Τον ερέθιζε.
-Tι ώρα θα μπορέσεις να ξεμπερδέψεις από το μπαρ;
Της έδωσε ραντεβού σε ένα δύωρο, έξω από το continental, ξενοδοχείο τεσσάρων αστέρων.

Σκεφτόταν πόσα για τον εαυτό του της είχε πει. Κι ακόμη πόσα της έκρυβε. Προσωπικά και άλλα. Καμμιά φορά, πάνω στο παρορμητισμό του, ήθελε τόσο να την ενθουσιάσει, που οικειοποιόταν οτιδήποτε του έκανε εντύπωση από ζωές άλλων. Πήγα ταξίδι εκεί, έβγαλα φωτογραφίες, μεγάλη παρέα κλπ. Τρίχες. Ολομόναχος ήταν. Πρωί, μεσημέρι, βράδυ δουλειά κι υπερωρίες.

Στα mail της είχε αποκτήσει εξάρτηση. Όταν δεν ερχόταν στην ώρα τους έκανε σα την τίγρη στο κλουβί.
-Δεν έχεις msn; τον ρώτησε μιά μέρα.
-Έχω πως δεν έχω της απάντησε. Έβαλε την αδερφή του να του το κατεβάσει. Άρχισε να την δωροδοκεί! Γαλυφιές! Αδερφούλα μου αυτό, αδερφούλα μου εκείνο.

Την περίμενε πως και πως. Μεταμεσονύκτιες πολύωρες συνομιλίες και πολύ πιό άμεσες.
Της ζήτησε να ανοίξει την κάμερα. Πάτα το accept του είπε. Εντυπωσιάστηκε διπλά. Από αυτήν κι από την τεχνολογία. Κοίτα να δεις τι έχανα τόσο καιρό έλεγε και ξανάλεγε.
Του είχε εκμυστηρευτεί τα πάντα γιά την ζωή της. Γιά εκείνον τον άντρα που αγαπούσε αλλά ήταν μακριά. Τα συρτάρια όπου έκρυβε τα γράμματα του. Το κομμωτήριο της. Τα δάνεια και τα χρωστούμενα της. Την μοναξιά, την απόριψη, τις φίλες, τους γονείς της. Όλα!!!

Όλα!!!

-Άραγε θα μπορέσω ποτέ να σε γνωρίσω από κοντά; την ρωτούσε γοητευμένος. Πολλές φορές το μακρινό φαντάζει μέσα μας ακόμη πιό ανικανοποίητο, και κυρίως ακόμη πιό ιδανικό.
-Κάνε υπομονή, του έλεγε. ''Όλα θα γίνουν, με την σειρά.''
Καιγόταν από αναμονή.
Τα βράδια που δεν δούλευε, την περίμενε στο μσν, τα βράδια που δούλευε της τηλεφωνούσε από την δουλειά.

Ήταν κάτω από το ξενοδοχείο της.
Την κάλεσε στο κινητό.
-Είσαι έτοιμη κούκλα μου; την ρώτησε.
''Θέλεις να κατέβεις ή να ανέβω;''
Του απάντησε η ίδια αισθησιακή φωνή, ''έλα επάνω ίσως αργήσω λίγο!''
Ζήτησε ένα μπουκάλι λευκό κρασί στη ρεσεψιόν, ανέφερε τον αριθμό του δωματίου κι ανέβηκε.
Κτύπησε, του άνοιξε..

Φορούσε ακόμη, μία μαύρη μακριά ρόμπα, από ένα μισοδιάφανο ύφασμα που στο γύρισμα του κορμιού της άφησε να φανούν δύο πανέμορφα στητά οπίσθια κι ένα επίσης μαύρο υφασμάτινο τρίγωνο ανάμεσα.

Ούτε καλησπέρα δεν της είπε.
Την άρπαξε από την μέση, την κόλλησε επάνω του, τον τύλιξε με το πλάι του κορμιού της, έτριψε με τις ατέλειωτες γάμπες της τους γοφούς του, έβγαλε το πουκάμισο του, την ζώνη, ξεκούμπωσε το φερμουάρ, κατέβασε το παντελόνι.
Δεν κρατιόταν, την ήθελε σα τρελός, την έπιασε από τους γοφούς, την σήκωσε ψηλά, την ακούμπησε με πάθος στον τοίχο.

-Ήθελα από καιρό να σου πω κάτι, του ψιθύρισε στο αυτί μ εκείνη την φωνή που έσταζε πόθο κι έρωτα.
Του φάνηκε περίεργο, ξενέρωσε, αλλά κράτησε τα προσχήματα.
-Τι εννοείς κούκλα μου; απόρησε.

Αντί να του απαντήσει άφησε τα ρούχα της να πέσουν στο πάτωμα.
Έμειναν τα χέρια του στον αέρα! Να κάτι που δεν είχε φανταστεί ως τώρα! Ένα ροδαλό, περήφανο και στητό πέος εκεί που κανονικά θα έπρεπε να φαντάζει το αιδοίο της.
Έστρεψε αλλού τα μάτια με αηδία, την έσπρωξε με δύναμη μακριά του, φόρεσε στα γρήγορα το παντελόνι, πήρε στα χέρια το πουκάμισο, την γραβάτα, το σακάκι κι έφυγε.

Στην πρώτη γωνιά, έσκυψε κι έκανε εμετό. Έβγαλε τα σωθικά του.
-Την πουτάνα γαμώ τη μου, την πουτάνα μου μέσα, έβγαζε, έβριζε και κτυπούσε την γροθιά του στον τοίχο.

Στο μπαρ δεν πήγε την επομένη. Ζήτησε άδεια. Ήθελε χρόνο να σκεφτεί. Να καθαρίσει το μυαλό του.

Ξύπνησε βαριά. Κοίταξε το ρολόι στο κομοδίνο. Περασμένες δέκα.
Κοίταξε τις μισόκλειστες γρίλιες. Συννεφιά.
Κατέβασε το ένα πόδι αργά από το κρεββάτι και μετά το άλλο.
Άνοιξε την πόρτα του μπάνιου. 'Εκανε πάντα ένα χαρακτηριστικό θόρυβο σαν να υπήρχε κάποια σελίδα χαρτιού ανάμεσα στο ξύλο και το πλακάκι.
Έριξε λίγο νερό στο ξυνισμένο μούτρο του. Χάιδεψε με το πλάι του δακτύλου του κόντρα στο αριστερό μάγουλο. Χρειαζόταν ξύρισμα. Αργότερα.

Έβαλε καφέ, ήπιε μιά γουλιά.
Ήταν η πρώτη σκέψη της ημέρας. Αυτή!
Να μπορούσε να δώσει μιά στον κουβά να τον κλωτσίσει.. μα ο πόθος άναβε περισσότερο μέσα του αντί να σβήσει.
Την είχε δαγκώσει χοντρά την λαμαρίνα εδώ και καιρό. Κι αυτό δεν ήταν τίποτα μπροστά στο άγγιγμα και την μυρωδιά του σώματος της. Στον αισθησιασμό και την γλυκύτητα που απέπνεε!
Την γούσταρε την τύπισσα.

Άνοιξε την τηλεόραση. Στις πρωινές ειδήσεις η εκλογή του Ομπάμα στην Αμερική.
Την έκλεισε.
Έβαλε ραδιόφωνο.

Το ίδιο απόγευμα, σχημάτιζε γιά ακόμη μία φορά το τηλέφωνο της..

Saturday, November 08, 2008

φωτιά


Έπιασα και φωτιά και σιγοκάηκα.
Και δεν μου ‘λειψε ούτε των φεγγαριών η πείρα.
Η χάση τους πάνω από θάλασσες κι από μάτια,σκοτεινή,
με ακόνισε.
Κική Δημουλά

Monday, November 03, 2008

με αφορμή μία φωτογραφία


Στα εικοσιδύο του, έκλεψε μία δεκαεξάχρονη. Το είχε γράψει και η τοπική εφημερίδα. Ο ψαράς Νικόλαος Τούτσης απήγαγε με την θέληση της την ανήλικη Μ. Κ. Με σκοπό τον γάμο. Ο πατέρας της θα ασκήσει .. κλπ κλπ.

Παθιασμένος έρωτας μα εφηβικός. Ανώριμος.
Και τι είναι ο έρωτας να είναι ώριμος ε; Λογική; Σκέψη; Απεναντίας είναι η μόνη διαδικασία κατά την οποία εσύ χάνεις τα λογικά σου, κι όλοι οι υπόλοιποι γελούν συγκαταβατικά. Η μόνη τρέλλα που ακολουθείται νόμιμα από συγχωροχάρτι.

Νόμιζε πως θα μπορούσε να της χαρίσει τα πάντα.
Την λάτρευε. Σα Παναγίτσα του έμοιαζε από εκείνες τις μικροσκοπικές τις ασημένιες που κρεμούσε η μάνα του πάνω από το κρεββάτι της με λεπτή σιέλ κορδέλα. Τόση ομορφιά!

Δύο χρόνια μετά κατάφεραν και τους χώρισαν. Πόσο σφετεριστές μπορούν να αποδειχτούν οι γονείς. Όταν αιχμαλωτίζουν με το έτσι θέλω αυτή την ίδια την προσωπικότητα των παιδιών τους.
Τις γυναίκες τις κρατά το χρήμα κι ο έρωτας. Κι έναν καλό γάμο το ίδιο. Αυτός ερωτευμένος μα φτωχός. Δούλευε στο καίκι του τότε πατέρα του μα δεν έφτανε. Οσο κι αν αγωνίστηκε εκείνο το διάστημα δεν τα κατάφερε. Ήταν και μικρός. Δυό μικρά παιδιά που προσπαθούσαν να παίξουν το ζευγάρι σ ένα κουκλόσπιτο. Πολύ ακριβά τα αληθινά κουκλόσπιτα σ εκείνη την ηλικία. Δυσεύρετα. Σε λίγο καιρό τον κάλεσαν γιά το στρατιωτικό του. Στην πρώτη άδεια βρήκε το σπίτι τους άδειο.

Το παιδί του, αργότερα το έμαθε αυτό, πως ήταν έγκυος στον τρίτο μήνα, το έριξε μιά μέρα που κατέβηκε με τους γονείς της στην μεγάλη πολιτεία.
Εικοσιένα θα ήταν τώρα. Το σκεφτόταν καμμιά φορά. Κι αυτήν την σκεφτόταν συχνά. Όχι όμως όπως την είδε κάποιες φορές τυχαία στο δρόμο, Τότε δεν του άρεσε. Έδειχνε κουρασμένη κι είχε ένα μόνιμο παράπονο στο βλέμμα.

Την θυμόταν όπως ακριβώς ήταν όταν την είχε πρωτοδεί. 'Ομορφη σαν άγγελος, με μακριά σγουρά μαλλιά, καστανά μάτια και σωματάκι ντελικάτο κοριτσιού.
Κι ένα σκερτσόζικο χαμόγελο καρφωμένο στα χείλη. Τότε που ήταν η ''μοναδική'' του κι έσταζε χαρά!

Το χωριό δεν τον κρατούσε άλλο.
Μετά το στρατιωτικό πήρε την απόφαση γιά την μεγάλη πόλη. Σπίτι είχε, ένα δωματιάκι, λουτροκαμπινέ, υπόγειο μα δικό του. Κληρονομιά της μάνας του από ένα θείο με λεφτά. Σπίτια που μοιράστηκαν σε ισάριθμα ανήψια. Κάτι ψυθιριζόταν γιά βρωμοδουλειές μα ποιόν ενδιέφερε;

Έπιασε δουλειά, με την μεσολάβηση ενός γνωστού, υπάλληλος σε ένα σούπερ μάρκετ. Συνοικιακό και μικρό. Στις αποθήκες.
Ήταν κλειστός αλλά πρόσχαρος και σβέλτος. Καπάτσος και καταφερτζής. Και δούλευε ακούραστα.
Άλλωστε είχε ανάγκη απο χρήματα και προσπαθούσε τα έξοδα του να είναι ελάχιστα.

Γιά βραδινές εξόδους ούτε λόγος. Μοναδικός του φίλος ο συνάδερφός του ο Μπάμπης. Κανένα μπακουρογλεντάκι σε σπίτι. Καμμιά καλή φεστιβαλική στο σινεμά και πολύ ήταν. Άλλο μοναξιά έλεγε κι άλλο μοναχικότητα. ''Αφού τα έχω ζυγίσει και αυτό γουστάρω ρε φίλε'', απαντούσε στον Μπάμπη κάθε που τον μάλωνε ''πάλι μέσα το βράδυ Νικόλα;''

Ένα βραδάκι γύρισε στο σπίτι αργά. Τηγάνισε δυό αυγά, με μπόλικο λαδάκι και τυράκι. Τσιρτσίρισε λίγο μπέηκον από δίπλα, άνοιξε και μιά μπύρα, κι έβαλε μουσική.
''Άειντε στην υγειά μου'' είπε ήπιε και βούτηξε μιά μεγάλη μπουκιά ψωμί πρώτα στο ζεστό λάδι και μετά στην πορτοκαλένια καρδιά του αυγού.
Εκείνη την ημέρα ήταν που άρχισε να γράφει. Ή πιό σωστά, άρχισε να ακούει. Προσεκτικότερα τους στίχους των τραγουδιών. Κι εκεί πάνω τον έπιανε η έμπνευση κι έγραφε τα δικά του. Τις δικές του λέξεις, την προσωπική του κατάθεση ψυχής επάνω στο χαρτί.

Γυναίκες πολλές. Σχέση ούτε γιά μυρωδιά.
Τα πρώτα χρόνια αραιά και που επισκεπτόταν κανένα μπουρδέλο. Αργότερα κανένα μπαρ.
Βιαστικά και φευγαλέα και πάντα μετά από ένα δυό ποτηράκια.

Απέναντι του, στο ρετιρέ, έμενε μία κοπέλλα που τον γλυκοκοίταζε, και όλο έβρισκε αφορμές να βγάζει σε κοινή θέα μιά τα μπουτάκια της, μιά τα βυζάκια της.
Κι όταν έβαζε δυνατά την μουσική, καθόταν με νάζι εκεί σκαρφαλωμένη στα κάγκελα του μπαλκονιού, να λικνίζεται λιγωμένη στον ρυθμό.
Αυτός έκανε πως δεν έβλεπε. Το είπε στον Μπάμπη. ''Μέσα ρε''.. τον προέτρεψε ο φίλος του. ''Δεν είμαι εγώ γιά τέτοια'' έλεγε. ''Με γνωστή δε ξέρεις που θα σου βγει. Γειτόνισα σημαίνει δέσμευση''.

Όταν έγινε προιστάμενος στην αποθήκη του σούπερ μάρκετ, οι μπαρότσαρκες τα βράδια αυξήθηκαν σε συχνότητα. Με τον Μπάμπη, έβγαζαν όλο τους το άχτι. Απωθημένο γιά απωθημένο δεν άφησαν. Θηλυκό γιά θηλυκό. Ότι πετούσε, ότι τρωγόταν. Πάντα βιαστικά, πάντα φευγαλέα!

Στην δουλειά πήγαινε καλά. Τώρα ήταν προιστάμενος ολόκληρου του δεύτερου καταστήματος του ίδιου σούπερ μάρκετ., στα ανατολικά της πόλης, σε πιό ανεβασμένη οικονομικά γειτονιά. Τα χρόνια ήταν άσχημα γιά το μικροεμπόριο μα τα σούπερ μάρκετ επεκτείνονταν σε μεγάλες αλυσίδες. Γύρω στα τριάντα άτομα υπό την επίβλεψή του.

Οι μήνες γίνονταν χρόνια και τα χρόνια δυό ολόκληρες δεκαετίες.
Άλλαξε σπίτι, πήρε αυτοκίνητο.

Τώρα πιά τα πρωινά ξυπνούσε πάντα σχεδόν με μία γυναίκα δίπλα του, συνήθως άγνωστη. Ντυνόταν κι έφευγε μαζί της νωρίς, γιά να επιστρέψει μόνος αργά το απόγευμα. Γιά σχέση ούτε λόγος. Δεν άφηνε περιθώρια ούτε γιά δεύτερη συνάντηση. Ένα βράδυ, κάποια, με βία θα θυμόταν το όνομα της, είδε αφημένα τα τετράδια του, επάνω στο γραφείο. ''Τι γράφεις εδώ;'' τον ρώτησε.
Δεν της απάντησε, τα πήρε και τα κλείδωσε στο συρτάρι δίχως περιθώρια γιά άλλη κουβέντα.

Ο φίλος του ο Μπάμπης, ήταν καιρός που είχε αλλάξει δουλειά, ήταν πιά πωλητής σε μιά μεγάλη εταιρεία. Από ότι φαινόταν είχε ψιλοτσιμπηθεί με μιά, είχαν καιρό να βρεθούν, όλο δικαιολογίες, είχαν βγει και όλοι μαζί για ρετσίνα, μα γιά δεύτερη το απέφυγε. Αυτός λειτουργούσε πάντα μόνος. Τι δουλειά είχε με τους ζευγαρωμένους;

Με το διαδίκτυο ασχολήθηκε όταν τυχαία έμαθε πως θα μπορούσε να φτιάξει μιά δική του σελίδα.
Οργανώθηκε στο myspace. Έκανε ώρες να εξοικειωθεί , μα η μοναχικότητα του βοήθησε σ αυτό.

Τα σαραπέντε του, τα γιόρτασε με διαδικτυακές ευχές. Οι βραδινές του εξορμήσεις είχαν αρχίσει πλέον να γίνονται ανύπαρκτες.
Από την δουλειά κατάφερνε κι έριχνε μιά ματιά. Με το που επέστρεφε στο σπίτι, το πρώτο ήταν να ανοίξει τον υπολογιστή. Το δεύτερο να μπει στην σελίδα του. Το τρίτο στα mail.
Είχε βάλει φωτογραφίες. Στην αρχή παιδικές, εφηβικές. Αργότερα πήρε θάρρος. Ήταν ακόμη όμορφος. Έντονο βλέμμα. Λίγο περισσότερα γκρίζα μαλλιά μα πολύ γοητευτικός.
Έδειχνε μικρότερος. Γυμναζόταν και διατηρούσε τα κιλά του σε σωστό επίπεδο. Κάτι ελάχιστα παχάκια αριστερά και δεξιά που περνούσαν απαρατήρητα. Οι άντρες ωριμάζουν κι ομορφαίνουν με τον χρόνο. Τον έχουν σύμμαχο!

Ανήρτησε αποσπάσματα της δουλειάς του. Του είχαν γίνει ήδη κάποιες προτάσεις.
Ασχολιόταν όλο και πιό πολύ με το γράψιμο. Όσες ώρες δεν δούλευε έγραφε. Πολλές φορές ξενυχτούσε.
Έφτιαξε το προφίλ του, όσο καλύτερα μπορούσε, άλλωστε ήταν άνθρωπος κλειστός μεν, με ενδιαφέροντα δε. Αυτού του είδους τα βιβλία, εκείνου του τύπου η μουσική, κανένα δυό ταξίδια στο εξωτερικό, τι άλλο ήθελε;

Έκανε ''φίλους''.
Κοριτσάκια που έκοβαν φλέβες στο παρουσιαστικό του, και μάθαιναν απ έξω τους στίχους του.
Δεχόταν mail. Κολακευτικά και ναζιάρικα.
Η γοητευτική του ωριμότητα και το συναισθηματικό του γράψιμο ήταν αχτύπητος συνδυασμός. Κόλαση!
Συναντήθηκε με τις περισσότερες. Πάνω από 20-25 ετών καμμία.
Πάνω από μιά βραδιά ποτέ..

Ένα βράδυ που βρέθηκε με τον κολλητό του τον Μπάμπη, μετά από πολύυυ καιρό, ξεσκόνισαν τα παλιά κι έφεραν στην επιφάνεια τα καινούργια. Ανάμεσα σε ποτήρια γεμάτα κρασί και μεζεδάκια. ''Ρε συ φίλε σε ωφέλησε ο γάμος, πάχυνες'' τον πείραζε.
Είχε γίνει πατέρας. Έβγαλε από το πορτοφόλι ένα πάκο φωτογραφίες! '' Να το μωρό Νικόλα!'' ''Ο γυιός μου!'' ''Ρε συ δεν είναι φτυστός εγώ ο μάγκας;''

''Δεν ήρθες στον γάμο. '' Τον κοίταξε λυπημένος.

Ο Νικόλας δάκρυσε.
Άρχισε να σκαλίζει τις στάχτες. Λένε πως όταν μιλάς ξεδίνεις, μοιράζεσαι το πρόβλημα σου και μοιάζει ελαφρύτερο. Αυτός ήταν περιχαρακωμένος χρόνια τώρα. Τσιμουδιά. Κιχ!

Ήρθε η στιγμή να ξεσπάσει. Να σπάσει το σπυρί που μάζευε πύον σχεδόν μιά ζωή!
Του είπε γιά την γυναίκα του, πάνω από είκοσι χρόνια πριν. Άν όλα πήγαιναν καλά, αν κρατούσε το παιδί, τώρα θα ήταν ολόκληρο κορίτσι. Κανείς δεν ξέρει, αλλά στις σκέψεις του πάντα κορίτσι θα ήταν, ίδιο η μάνα της όταν την γνώρισε, σα παναγίτσα κρεμασμένη από ένα τόσο δα σατέν κορδελάκι.

Θυμήθηκε κι ο Μπάμπης γιά εκείνο τον παλιό του έρωτα, και πως είθισται, οι μεγαλύτεροι πόθοι και οι πιό δυνατές αγάπες να μπαίνουν στις βιτρίνες της καρδιάς σαν ακριβά κοσμήματα.
Του είπε και πως φοβόταν γιά την δουλειά, από παντού άκουγε γιά απολύσεις. Πολλοί υπάλληλοι θα έμεναν από στιγμή σε στιγμή στο δρόμο.
''Αλλά να ξέρεις Νικόλα, άλλο πράγμα να έχεις ένα δικό σου άνθρωπο δίπλα σου.''

Ο Νικόλας του χαμογέλασε, του μίλησε γιά το διαδίκτυο. Τα κοριτσάκια που τον περιτριγύριζαν, παρ όλη την ηλικία του.
Με την πρώτη, την λέγαν Εύα την μικρή, αυτό το θυμόταν, δε χρειάστηκε η παραμικρή προσπάθεια. Όσο αδιαφορούσε, τόσο κολλούσε. Σα μικρή πεινασμένη μέδουσα. Δίχως πόνο, μα ευχαρίστηση. Το πρώτο ραντεβού ήταν κατ ευθείαν στο σπίτι του. Μα κι αυτή.. επιμονή να δει την γωνιά όπου γράφει, όπου εμπνέεται. Δεύτερο δεν υπήρξε.
Έλιωσε τον πόθο του στο σώμα της. Βιαστικά και φευγαλέα! Κι αυτή την φορά λίγο πιό βίαια.
Ευτυχώς δεν κοιμήθηκε όλη την νύχτα μαζί του,
Με το που έκλεισε την πόρτα πίσω της, έστειλε mail στην επόμενη.
''Πεομεζέδες Μπάμπη, τι νομίζεις είναι οι γυναίκες!!''

Και μετά, μετά παρήγγειλαν άλλο ένα μπουκάλι κρασί.
Τον Νικόλα τον έπιασε ένα ασυγκράτητο νευρικό γέλιο.
''Ρε συ φίλε μου κοίτα να δεις τι σκέφτηκα τώρα..''
''Σκέψου λέει να μη το είχε ρίξει τότε το παιδί, και να είχα τώρα μιά κόρη στα εικοσιένα;''
''Και να ήταν λέει καμμιά από αυτές που κουβαλάω στο σπίτι μου τις νύχτες;''
Γελούσε από το βάθος της καρδιάς και των ματιών του.
Με δάκρυα.
Η ώρα πέρασε, ο Μπάμπης έφυγε, κι αυτός ακόμη γελούσε..
''Πρόσεχε φίλε μου, πρόσεχε είπε φεύγοντας!''
''Μακάρι να μπορούσα, ρε Μπάμπη, μακάρι''...ψιθύρισε..
Είχε σωθεί το γέλιο πιά, μόνο έκλαιγε..

Sunday, November 02, 2008

άλλη μιά Κυριακή

Ήταν το ίδιο τοπίο. Περίπου τέσσερις μήνες μετά. Ένα πρωινό που δε ζήλευε τίποτα το καλοκαιράκι.
Η νέα κρήνη βουτηγμένη στην ομίχλη. Από νωρίς γιατί μετά, όλα πήραν το χρώμα τους.
Αναμνήσεις, όχι απαραίτητα όμορφες. Θυμάσαι τρείς μήνες πριν; Τέσσερις; Πέντε;
Θυμάσαι κι ανατριχιάζεις.
Η κουβέντα σχετική με τους χαρακτήρες.
Ο ένας μετράει τα πάντα με το χρήμα, κουράζεται, τα θέλει όλα.
Ο άλλος cool, και δεν είναι η διαφορά ηλικίας, θέμα φιλοσοφίας είναι.
Όταν θέλεις να πιάσεις το φεγγάρι, απογοητεύεσαι από την πεζή πραγματικότητα.
Τόσο πεζή, που δεν αρκείσαι ούτε στο να απλώσεις το χέρι κάπου πιό κοντά, στα ράφια του σούπερ μάρκετ ας πούμε.
Σα να μαλώνεις με τις καταστάσεις γιατί δεν είναι στα μέτρα σου. Και κακιώνεις με όλους και με όλα. Δεν μοιάζει σαν είδος κατάθλιψης κι αυτό;
Από την κρήνη βρεθήκαμε στην παραλία.











Τα καινούργια έργα δόθηκαν στο κοινό. Πόσους μήνες μετά; Κοντά δυό χρόνια;
Έργο του ΥΠΕ.ΧΩ.ΔΕ. Γήπεδα, το πάρκο των ήχων, το πάρκο των ρόδων, πέτρινα δρομάκια που σε περνούν μέσα από πράσινο, νεοφυτευμένα δεντράκια, λιμνούλες με νούφαρα, τριαντάφυλλα σε όλα τα χρώματα, νερά που γλύφουν τοιχώματα, πίστες με άμμο γιά παιδάκια και κουβαδάκια, δωμάτια με πέτρες γιά σκαρφαλώματα και κυνηγητό.

Πρώτη φορά είδα τόοοσο κόσμο στην παραλία. Κόσμο ικανοποιημένο γιά αυτό που του δόθηκε.

Άντε επί το έργον τώρα να τα συντηρήσουμε..

Saturday, November 01, 2008

σαν σε ταινία

H Θεσσαλονίκη σήμερα είχε αυτό ακριβώς το χρώμα. Έβρεξε μιά στάλα, ευτυχώς ένα πεντάλεπτο πριν ξεκινήσουμε. Ζέστη πολύ που ανάγκαζε τα μπουφανάκια να βγουν και να κρατηθούν στο χέρι. Καπουτσίνο στον πεζόδρομο της Ικτίνου.
Παραλαβή από ένα πολυκατάστημα, και βιβλίο από την Πρωτοπορία. Τα πρώτα Χριστουγεννιάτικα. Λατρεύω αυτές τις μέρες ως τα Χριστούγεννα. Είναι το προσωπικό μου παραμύθι.
Η πόλη μας είναι πλέον σα το Λονδίνο, η άποψη μιάς γηραιάς κυρίας, μαζί με το καθόλου πρωτότυπο.. ''αχ αυτά τα νέα παιδιά, ο θεός να τα φωτίσει.. εμείς στα χρόνια μας τότεεε..''.
Αν μπορούσα να της εξηγήσω την δική μου άποψη, αμφιβάλλω αν θα καταλάβαινε.. φαίνεται πως από μία ηλικία και μετά μόνο απαιτείς.. μόνο, και απλά ξεχνάς, ή μάλλον θυμάσαι επιλεκτικά!!
Αυτή η ατμόσφαιρα, όπου βγαίνοντας στην παραλία όλα τα καταπίνει μία διάφανη πάχνη, μου θυμίζει τις ταινίες του αγαπημένου μου, του Αγγελόπουλου!!
Σα να βρίσκομαι σε κάποια ταινία του, κι όχι απλά απολαμβάνω ένα ρόλο κομπάρσου, μα πρωταγωνιστικό παρακαλώ. Τς!
Η όλη ατμόσφαιρα με οδήγησε στο λιμάνι, να αναπολώ τις μέρες του φεστιβάλ που σε 15 μερούλες έρχονται. Η ερώτηση ''ποιό φεστιβάλ;'' ενός αλλοδαπού μ έκανε και χαμογέλασα, έμαθα όμως..

Cinecarta μόνο τις καθημερινές και μόνο στο Ολύμπιον.
Με την ευκαιρία, φωτογράφησα (ότι έβλεπα μπροστά μου), ότι έχει απομείνει από τις σιδηροδρομικές γραμμές και το πλακόστρωτο πλάι στην θάλασσα

Η έκθεση φωτογραφίας, στον πρώτο όροφο δεν ήταν του γούστου μου, παρ όλο που η διαφημιστική αφίσσα με ενθουσίασε. Η δική μου ''ματιά'' δεν συνέπιπτε με την δική του, του φωτογράφου εννοώ!
Ο ''εξώστης'' σήμερα ήταν δυσεύρετος, παρ όλα αυτά, η βραδινή ταινία έχει ήδη ψηφιστεί.
Εδώ είμαστε και θα τα πούμε!
Καλό μήνα..
Καλό σ/κ..


μιά βδομάδα πριν