Wednesday, May 27, 2009

θάλασσα υπό δοκιμή

Αν θα μπορούσα τον κόσμο να άλλαζα,
θα ξαναέβαφα γαλάζια την θάλασσα..

υ.γ. στην πραγματικότητα την έχω βάψει πρασινογάλαζη, σχεδόν τυρκουάζ θα έλεγα, αλλά δυστυχώς η ψηφιακή δεν ακολούθησε αυτό που έβλεπε, αυτή την φορά. (Ήθελε καλόπιασμα μάλλον :) )

Sunday, May 24, 2009

θεσσαλονίκη

πόσο περισσότερο μπορώ να αγαπήσω..

το κάθε βήμα μου.
που ακολουθεί την δική σου, ερωτική ανάσα.. ;;;

υ.γ. η φωτό από από μιά Μαγιάτικη απογευματινή βόλτα.. εδώ..

Friday, May 22, 2009

κόκκινο

Όταν το χρώμα ξεχύνεται από την ψηφιακή και τρυπώνει παντού.

Σαν τους δικούς σου ψίθυρους..

υ.γ. η φωτό από τα κεράσια που έκρυψα σήμερα το πρωί στο ψυγείο μου..

Thursday, May 21, 2009

κλεμμένο γέλιο

Αφήνει τον ήλιο να την ξυπνήσει με το κλεμμένο ''από εκείνον'' γέλιο του.
Λειώνει σα βούτυρο τα μάγουλα της στο χάδι του.

Συνεπαρμένη από τις μαλαγανιές της νύχτας, ρουφάει την μυρωδιά του στα λευκά σεντόνια. Ψηλαφεί την γούβα στο μαξιλάρι με το δαντελωτό τελείωμα.
Τα χείλη της αλμυρά από τον ιδρώτα του. Στο στόμα της τα δάχτυλα του να ζυγιάζονται ένα ένα, κι όλα μαζί.
.
Το αγαπημένο του τραγούδι σε διαρκή επανάληψη. Στροβιλίζει το μυαλό, κατακτά το χώρο, τα πάντα.
Αποτσίγαρα στο τασάκι και παραδίπλα ένα πακέτο γράμματα. Σημάδια από κόκκινο κραγιόν.

Στα δάχτυλα τυλιγμένη βελούδινη κορδέλλα σε χρώμα κίτρινο κροκί.
Κουβέντες ατέλειωτες, και το πρόσωπο του παιδικό να καθρεφτίζεται στα μισόκλειστα της μάτια.
Λέξεις ανείπωτες και λέξεις χιλιοειπωμένες. Βουλώνει τα αυτιά με τα δαχτυλάκια. Να μην ακούει, να μην νοιώθει.
Στα χέρια της κάνουν βόλτες ακόμη οι μπούκλες του. Ορέγεται το δέρμα, το άγγιγμα, το φως.

Το δυνατό φως βίαια ξεκλειδώνει τα τσιμπλιασμένα βλέφαρα της. Γελάει, γελάει με το γέλιο του.
Γέλιο τόσου δα παιδιού.
Οι γρίλιες την προστατεύουν, από δόσιμο ολοκληρωτικό. Το νερό από βραδίς αφημένο δίπλα της, σκεπασμένο με λευκό πανάκι, να υγραίνει τα δύσκολα όνειρα.

Με τις άκρες των ποδιών, ψυθιρίζει στα τελειώματα των σεντονιών, τα λόγια του τραγουδιού. Τους μιλάει γιά το φως.

Μέσα από την την δική του απουσία πόσο τον έχει αγαπήσει αυτόν τον κλέφτη ήλιο.

Wednesday, May 20, 2009

στο ημερολόγιο μου


Yποσχέσεις, λόγια, υποσχέσεις.. όχι δεν ξεχνώ ό,τι σου έταζα.
Κι αυτά που μου έδωσες πολύ περισσότερα, δεν αντιλέγω. Δέχομαι, παραδέχομαι, το χέρι που μου 'δωσες ήταν ζεστό, τα δάχτυλα σου είχαν κουμπώσει τρυφερά με τα δικά μου, αλήθεια πόσο ανάγκη το είχα!

Μόνο να, έτσι καθώς εσύ με ζέσταινες εγώ λεπτό με λεπτό έστρεφα το βλέμμα αλλού, έφευγα, το ένοιωθες και μου παραπονιόσουν, τα μάτια σου είχαν σκοτεινιάσει σαν σύννεφα πριν τη βροχή.
Προσπάθησα, κι ακόμη το παλεύω πίστεψε με..
Μα οι σχέσεις δεν θέλουν αγώνα, οι σχέσεις είναι αυτό το ''κλικ''που σε φέρνει κοντά στον άλλο αυθόρμητα, δίχως τον παραμικρό κόπο.
Έβλεπα τα μάτια σου κι έσφιγγα το χέρι μου στο δικό σου πιό πολύ. Έκανα την αγκαλιά μου τρυφερότερη, μ ά τ α ι α..
Άλλωστε, δεν είμαστε πιά οι δυό μας. Αυτάρεσκα, αφήσαμε τόσο κόσμο ανάμεσα μας. Σε έδωσα απλόχερα. Δεν ήθελες. Σε πρόδωσα..

Ζήτησα χρόνο, μου τον έδωσες..
Γύρισα πολλές φορές, ξύπνησα στο κρεββάτι σου, γεύτηκα τον έρωτα σου, μ ά τ α ι α..
Νιώθω έναν αργό θάνατο να μας τυλίγει, σαν ένα μεγάλο μπουκέτο τριαντάφυλλα, κομμένο από καιρό, γυρισμένο ανάποδα στον ήλιο. Αν αγγίξω τα πέταλα σου, θα σκορπίσουν στο χώμα, αν με αγγίξεις, θα σπάσω..

Φοβάμαι πως μερικές φορές, δεν είναι που περιμένουμε πολλά από τους άλλους, είναι που εμείς δεν μπορούμε να φτάσουμε τα όσα ονειρευτήκαμε.
Αδειάζουμε στην πορεία, μας κουράζει και μόνο η σκέψη, αδυνατούμε γιά το τέλειο, και δεν συμβιβαζόμαστε με το μέτριο.
Ή και κάτω του μετρίου.
Αν φύγω, με μιάς όλα θα χαθούν, μα προτιμώ να σ έχω.
Κουράστηκα να παλεύω γιά το καλύτερο, το τέλειο. Υπάρχει; Μπορεί ένας άνθρωπος να ανήκει μόνο εκεί; Παλάτια να του χτίσεις, αγγέλους να κατεβάσεις δεν τον κρατάς κοντά σου.

Θα μείνω, θα μείνω σου λέω, κι ας μην είναι όπως ήταν τίποτα πιά.
Κι ας σκορπιέμαι από δω κι από κεί. Κι ας είναι οι ανάσες βαριές. Κι οι κινήσεις κουρασμένες.
Μη μου παραπονιέσαι, σημασία έχει πως είμαι και εδώ.

Αλλιώς, στάχτη.. αλοίμονο..

Tuesday, May 19, 2009

άραγε τι;

Kάποτε, η έμπνευση ήταν ένα καπέλλο από τριαντάφυλλα.
Πατούσα το κουμπάκι που γράφει με κεφαλαία αγγλικά ''POST'', σκορπούσα τα τριαντάφυλλα δεξιά κι αριστερά στα μακριά μου μαλλιά κι αυτό ήταν όλο.
Σήμερα, πέρασα τα δάχτυλα μου ανάμεσα κι ανακάλυψα υγρές φωλιές γεμάτες ζουζούνια, αράχνες και μαυρομπάμπουρες που μάταια ψάχνουν γιά λίγη δροσιά. Ζέστη Μαγιάτικη και υγρασία μαζί.

Στο πάτωμα σπασμένα γυαλιά και ανάσες αγγέλων. Μαζεύω δυό ζευγάρια φτερά με τα δάχτυλα των ποδιών μου και τα φυλάω σε χάρτινα κουτιά. Μαζί κι ότι έχει περισσέψει από ένα παρελθόν τόσο στεγνό όσο και αποστασιοποιημένο.

Σε ρώτησα, αν σου έδινα το δικαίωμα, τι χάρη θα μου ζητούσες, κι είπες, μιά μεγάααλη σφιχτή αγκαλιά!
Αυτό ήταν μόνο;
Ναι, μιά αγκαλιά μπορεί να είναι το ΟΛΑ ή ΤΙΠΟΤΑ, μα ξέρω πως το μέσα μου είναι άδειο, άρα τίποτα, άρα..

Θέλω να βγάλω εκείνες τις φωτογραφίες που σου 'λεγα, σ εκείνο το μέρος που είναι απλωμένο σε μιά γαλάζια μυστική θάλασσα. Θέλω να λοιώσει στο μάγουλο μου ένας ήλιος σε χρώμα πορτοκαλί, μετά να αγγίξει το δικό σου και μετά να σου δώσω την αγκαλιά που ζήτησες.

Ύστερα, με τις χούφτες μου να φέρω στα χείλια μου από το νερό της θάλασσας, να πιώ και να ξεχάσω..

Sunday, May 17, 2009

εν ολύμπω ''μπουρανί''

Η βόλτα στον Όλυμπο ήταν ένα όνειρο.
Η θάλασσα κάτω χαμηλά, χαμένη σε μιά όμορφη ομίχλη. Το βουνό λουσμένο στον ήλιο και καταπράσινο. Οι πιό ψηλές κορυφές του σκεπασμένες με χιόνι.

Που θα φάμε; πάμε στο φαράγγι του Ενιπέα;
Η ταβέρνα του συνεταιρισμού των γυναικών ήταν γεμάτη κόσμο. Τραπέζι πουθενά. Μήπως μέσα; Στο εσωτερικό του μαγαζιού όλα ανάστατα, αφού τα περισσότερα τραπέζια κι οι καρέκλες είχαν μεταφερθεί έξω.
Που θα φάμε;

Με βαριά καρδιά, πήγαμε στο γνωστό, χρόνια τώρα, μα αρκετά τουριστικό πλέον γιά τα γούστα μας εξ ου και ο όρκος πως δεν θα ξαναπηγαίναμε ποτέ. Στην κεντρική πλατεία του κατά τα άλλα πανέμορφου Λιτόχωρου.

Καθόμαστε με όλη την καλή διάθεση και μάλιστα σε τραπεζάκι με εξαιρετική θέα τουλάχιστον από την δική μου πλευρά.

Τι θα πάρουμε; χαζεύουμε τον κατάλογο. Ο σερβιτόρος ευγενικότατος.
Δεν συμπαθώ ιδιαίτερα τα κρεατικά, προβληματίζομαι, σκέφτομαι, θυμάμαι.
-Μπουρανί, του λέω, έχετε μπουρανί;
-Βεβαίως και έχουμε μου απαντά.
-Ναι, μόνο να, ξέρετε, την προηγούμενη φορά που το έφαγα εδώ, ήταν νόστιμο μεν, αλλά ένα κάτι σαν κρούτσου κρούτσου με συνόδευε στην κάθε μπουκιά.
-Βεβαίως, με κοίταξε συνωμοτικά, ο ευγενικότατος σερβιτόρος, βεβαίως και εντοπίσαμε το πρόβλημα μας και τώρα πιά το σερβίρουμε άψογο.

Ήρθαν οι κόκα κόλες, η σαλάτα μιά απλή ντοματοσαλάτα, ένα πιάτο ιδιαίτερο αν και λίγο βαρύ, με ρεβύθια, μανιτάρια και μία σως σαν βελούδινη σούπα και ένα τεράστιο πιάτο, με ένα κατασκεύασμα αγνώστου όψεως κατ αρχήν, ωστόσο γνωστής ονομασίας μετέπειτα.

Ήταν το ''μπουρανί''.
Κοιτάω τον σερβιτόρο, ο οποίος κοιτά ευγενικά τον ουρανό.
Δεν θέλω να το πιστέψω, επαναλαμβάνω επίσης ευγενικά κι εγώ.
-Μα δεν είναι ''μπουρανί'' αυτό, του λέω, δεν είναι αυτό που είχα φάει την προηγούμενη φορά, αυτό είναι μανιταρόσουπα και μάλιστα μου προκαλούσε απέχθεια και μόνο με την μυρωδιά.
-Όχι κυρία, είναι ''μπουρανί'', ή τέλος πάντων αυτό ονομάζουμε εμείς ''μπουρανί'', αυτό ζητήσατε, οφείλετε να το φάτε.

Δεν είναι που είμαι ευγενικό άτομο, είναι που όταν δεν είμαι απόλυτα σίγουρη, δεν μιλάω, δεν επιμένω, οπότε είπα μέσα μου, Στέλλα δικό σου το λάθος, εκεί που έχεις φτύσει εδώ και καιρό, δεν ξαναπατάς, δεν θα το φας, θα μείνεις νηστική, θα το πληρώσεις, αλλά σ αυτό το μαγαζί δεν θα ξαναέρθεις.

Ένα χαρακτηριστικό αυτού του νόστιμου πιάτου, όπως φαίνεται και στην φωτογραφία, (μόλις επέστρεψα στο σπίτι, έψαξα την συνταγή στο διαδίκτυο) είναι η μπόλικη ντομάτα, ίσως ενισχυμένη και με λίγο ντοματοπελτέ.
Καμμία σχέση.
Το πιάτο που είχα μπροστά μου ήταν ολόλευκο, ωσάν νυφούλα και μέσα από την σχεδόν σαν σούπα λευκή σάλτσα του, ψάρευες μανιτάρια, ρύζι επίσης λευκό και μυρωδικά, υπέρ του δέοντος βαριά.
Το πιάτο έμεινε ανέγγιχτο, και το πληρώσαμε 13,5 ολόκληρα ευρώ. Ναι, την μανιταρόσουπα παρακαλώ.
Τώρα εγώ πως να το εξηγήσω;
Μάλλον δεν θα είχε κίνηση σήμερα το μαγαζί, και σου λέει, ''μπουρανί'' ζητήσατε κυρία μου, θα σας φτιάξουμε ένα πιάτο με ότι μας βρίσκεται στο πι και φι και θα το ονομάσουμε ''μπουρανί''. Αν μπορείτε κάνετε κι αλλιώς.
50 ευρώ ολόκληρα ο λογαριασμός, γιά δύο άτομα, γιατί ναι, πήραμε κι ένα μπιφτέκι, πεινούσαμε οι άνθρωποι.

Συμπέρασμα;
Αν ποτέ, που σας το εύχομαι γιατί αξίζει τον κόπο, βρεθείτε προς το Λιτόχωρο, ανεβείτε στον Όλυμπο, αλλά μη φάτε στο χωριό.

Αν θέλετε, μπορείτε να μου στείλετε e-mail, γιά να σας πω το όνομα του συγκεκριμένου εστιατορίου προς αποφυγή λανθασμένων κινήσεων.

την συνταγή, μπορείτε να την βρείτε εδώ, ίσως την δει και ο υπεύθυνος του μαγαζιού.. ποιός ξέρει..

Tuesday, May 12, 2009

κάθε απόγευμα

Aπό όλες τις ώρες της ημέρας, περιμένω εκείνες τις απογευματινές, όπου πλένω κάτω από δροσερό νερό, τις φράουλες που θα σου βάλω στο πιάτο, με δυό γεμάτες κουταλιές ζάχαρη.

Κάνω πως τις βλέπω, πως διαλέγω μία μία προσεκτικά, μα στην πραγματικότητα δουλεύει μόνο η αφή, μιά που τα μάτια μου, ακριβώς εκείνη την στιγμή, θαμπώνουν λουσμένα από το φως του ήλιου που έχει γυρίσει δυτικά.

Κατεβάζω ελάχιστα το παντζούρι, ίσα γιά να μπορέσω να δω καθαρά, την άκρη της γλώσσας σου να ξεκολλάει την ζάχαρη από τα κοκκινισμένα χείλια σου.

την φωτο την βρήκα εδώ

Sunday, May 10, 2009

πανάθεμα..

Mέρα κατακόκκινη. Να λειώνει το μεσημεράκι σ ένα ήλιο καφτό. Ξύλινο τραπέζι, πάνινη ομπρέλλα κι ο καφές ένα παγωμένο νεροζούμι. Αποτσίγαρα σβησμένα με νερό.

Χαρτιά στο χέρι, κι ο ρόλος επανάληψη της γλώσσας και του νου. Το στόμα να τσαλακώνει το καλαμάκι. Οι σκέψεις σάλιο να υγραίνουν και να στεγνώνουν τον ουρανίσκο.
-Πότε ξεκίνησε όλο αυτό; διαβάζει..
-Πότε άρχισε αυτή η ιστορία; επαναλαμβάνει.
-Πως έγιναν όλα; σκέφτεται.

Η μνήμη την κοροιδεύει. Ο χρόνος την έχει κερδίσει σε μία άνιση παρτίδα σκάκι. Το σήμερα, το χθες μπαλώνουν τρύπες στο μυαλό της.
- Μιά αρρώστεια τα ξεκίνησε όλα σκέφτεται. Αρρώστεια του νου. Αρρώστεια των αισθήσεων.

Πανάθεμα !!!

Ένας άνθρωπος με μαθηματικό μυαλό, απλά θα ρωτούσε την χρονολογία.
-Πότε έγιναν όλα αυτά;
1997..
θα κουνούσε συγκαταβατικά το κεφάλι κι έπειτα θα έφευγε δίχως κανένα ερωτηματικό να τον βασανίζει..

Μία σειρά αριθμών ΟΛΑ σκέφτεται.. όλα..
μέχρι το τέλος !!!

Sunday, May 03, 2009

τσιγάρο

Mε το που έκλεινα την πόρτα, μπαίνοντας στο μικρό seatάκι, βαμμένο σ εκείνο το πορτοκαλοκόκκινο χρώμα της εποχής, μου έδινες το πακέτο.
''Άναψέ μου ένα τσιγάρο''
Ψαχούλευα το μαλακό REX, άναβα, τραβούσα και το έβαζα στο στόμα σου.
Έτσι σε θυμάμαι. Με το τσιγάρο κρεμασμένο στα χείλια, το φραπεδάκι νερομπούμπλι και το τασάκι πάντα καθαρό γιατί η μυρωδιά από τα αποτσίγαρα σε ενοχλούσε.

Χρόνια μετά σε αναγνώριζα από την κομμένη ανάσα σου, τον βήχα, τις χαμηλές αντοχές. Ένα πακέτο την ημέρα μου έλεγες. Άρχισα να κρύβω αγορασμένα κουτιά και σταχτοδοχεία, φοβόμουν βλέπεις μη σε χάσω. Σ έβαζα να δώσεις όρκο πως θα το κόψεις.

Πολύ πολύ αργότερα, η επιθυμία μου έγινε πραγματικότητα.

Τότε άρχισα να καπνίζω εγώ. Όχι πολλά, 2-3 την μέρα, με το καφέ στο σπίτι, με τον καφέ έξω, λίγα περισσότερα όταν είμαι με παρέα.
Σε ένα μήνα θα μου λείψει αυτή η πολυτέλεια. Δεν ξέρω εάν μου αρέσουν αυτά τα μέτρα. Ή μάλλον όχι. Δεν μου αρέσουν. Το βρίσκω υπερβολή, καταπίεση.
Ας ήταν τουλάχιστον να έχεις το δικαίωμα του ενός. Θα με βόλευε.
Διαφορετικά, καφές χωρίς τσιγάρο στο χέρι δε λέει.

Προτιμώ φραπεδάκι στo δρόμο, στην παραλία και την ελευθερία μου..

Friday, May 01, 2009

παπαρουνοχώραφα

Mε πιάνεις από το χέρι και με οδηγείς σ ένα λιβάδι παπαρούνες.
-Κοίτα, κόκκινα φιλιά ανάμεσα στα στάχυα μου φωνάζεις και σαλιώνεις το στόμα μου με την απληστία της μέλισσας στη γούβα ενός λουλουδιού.
Με ρίχνεις στο σπαρμένο χώμα. Πέφτεις επάνω μου.
Βρέχει. Καταπίνω νερό, και κόβω κόκκινες ψυχές μ ένα μεγάλο μεταλικό ψαλίδι. Τις κρύβω στο ποτήρι μου. Γύρω μου πέταλα πιό ελαφριά κι από μιά πνοή. Πιό διάφανα κι από μιά σταγόνα αίμα.
Τα συλλέγω σ ένα χάρτινο κουτί και δένω με κατακόκκινη κορδέλα.
Σε παίρνω μαζί μου, να γιορτάσουμε μιά πρωτόγνωρη πρωτομαγιά.

μιά βδομάδα πριν